Ηome · Forum · Chat · Dating · Members · Photos · Video · Τάβλι · Games · Links · Faq · Contact  
Παρωνύμιο Συνθηματικό
ΓενικάΠροσωπικάΈρωτας-Σχέσεις-ΦιλίαΛογοτεχνική ΓωνιάΕπιστήμεςΚοινωνία-ΠολιτικήΑθλητικά ΘέματαΗ Κουζίνα της ΓιαγιάςΨυχαγωγίαΔιάφορα Θέματα
ΑνακοινώσειςΑναζήτηση ΘεμάτωνΚανόνες ForumLive Support
Ας ΣυστηθούμεΑς Ευχηθούμε
Ερωτικές σχέσεις-ΣεξΣχέσεις-ΦιλίαΓονείς-Παιδιά
Λογοτεχνικές ιδέεςΠοίησηΒιβλία-Εκδόσεις
Φιλοσοφία-Εσωτ.ΓνώσηΨυχολογίαΕναλλακτικές απόψειςΤεχνολογία-Διαδίκτυο
Κοινωνία-ΠεριβάλλονΠολιτική-ΚράτοςΙστορία-Πολιτισμός
Ποδόσφαιρο-ΜπάσκετΑθλητική ενημέρωσηΑυτοκίνητο-Μηχανή
Συνταγές μαγειρικήςΥγεία-ΔιατροφήCocktails-Ποτά
Cine-Θέατρο-TVΑνέκδοτα-XιούμορΜουσικές αναζητήσειςΠαιδότοπος
Διάφορα θέματαΓυναίκα-ΟμορφιάΠερίπτερο
GrLove.Com :: Επισκόπηση Θ.Ενότητας - Σε Ρυθμό 9/8 !
Σε Ρυθμό 9/8 !

 
Δημοσίευση νέας  Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.Ενότητα    GrLove.Com Αρχική σελίδα -> Μουσικές Αναζητήσεις
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας :: Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας  
Συγγραφέας Μήνυμα
magissa_kloklo



Ένταξη: Apr 03, 2008
Δημοσιεύσεις: 2802


ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Αύγ 13, 2008 19:20    Θέμα δημοσίευσης: Σε Ρυθμό 9/8 ! Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος

Περί ζειμπέκικου ο λόγος ή αλλιώς " Ο μοναχικός θρήνος " σύμφωνα με τον Διονύση Χαριτόπουλο στα Νέα τον Σεπτέμβριο του 2002 !
Έχω διαβάσει και σε άλλα φόρουμ το ίδιο κείμενο, με αρκετές ανούσιες σφήνες. Το παραθέτω αυτολεξί !


Ο Μοναχικός Θρήνος

Το ζεϊμπέκικο δύσκολα χορεύεται. Δεν έχει βήματα· είναι ιερατικός χορός με εσωτερική ένταση και νόημα που ο χορευτής οφείλει να το γνωρίζει και να το σέβεται.

Είναι η σωματική έκφραση της ήττας.
Η απελπισία της ζωής.
Το ανεκπλήρωτο όνειρο.
Είναι το «δεν τα βγάζω πέρα».
Το κακό που βλέπεις να έρχεται.
Το παράπονο των ψυχών που δεν προσαρμόστηκαν στην τάξη των άλλων.

Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται ποτέ στην ψύχρα ει μη μόνον ως κούφια επίδειξη. Ο χορευτής πρέπει πρώτα «να γίνει», να φτιάξει κεφάλι με ποτά και όργανα, για να ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που τον τρώνε.

Η περιγραφή της προετοιμασίας είναι σαφής:

Παίξε, Χρήστο, το μπουζούκι,
ρίξε μια γλυκιά πενιά,
σαν γεμίσω το κεφάλι,
γύρνα το στη ζεϊμπεκιά.
(Τσέτσης)

Ο αληθινός άντρας δεν ντρέπεται να φανερώσει τον πόνο ή την αδυναμία του· αγνοεί τις κοινωνικές συμβάσεις και τον ρηχό καθωσπρεπισμό. Συμπάσχει με τον στίχο ο οποίος εκφράζει σε κάποιον βαθμό την προσωπική του περίπτωση, γι’ αυτό επιλέγει το τραγούδι που θα χορέψει και αυτοσχεδιάζει σε πολύ μικρό χώρο ταπεινά και με αξιοπρέπεια. Δεν σαλτάρει ασύστολα δεξιά κι αριστερά· βρίσκεται σε κατάνυξη. Η πιο κατάλληλη στιγμή για να φέρει μια μαύρη βόλτα είναι η στιγμή της μουσικής γέφυρας, εκεί που και ο τραγουδιστής ανασαίνει.

Ο σωστός χορεύει άπαξ· δεν μονοπωλεί την πίστα. Το ζεϊμπέκικο είναι σαν το «Πάτερ Ημών». Τα είπες όλα με τη μία.

Τα μεγάλα ζεϊμπέκικα είναι βαριά, θανατερά:

Ίσως αύριο χτυπήσει πικραμένα
του θανάτου η καμπάνα και για μένα.
(Τσιτσάνης)

Τι πάθος ατελείωτο που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή κι εγώ το θάνατό μου.
(Βαμβακάρης)

Το ζεϊμπέκικο δεν σε κάνει μάγκα*· πρέπει να είσαι για να το χορέψεις. Οι τσιχλίμαγκες με το τζελ που πατάνε ομαδικά σταφύλια στην πίστα εκφράζουν ακριβώς το χάος που διευθετεί η εσωτερική αυστηρότητα και το μέτρο του ζεϊμπέκικου.

Το ζεϊμπέκικο δεν χορεύεται σε οικογενειακές εξόδους ή γιορτές στο σπίτι· απάδει προς το πνεύμα. Πόσο μάλλον όταν υπάρχουν κουτσούβελα που κυκλοφορούν τριγύρω παντελώς αναίσθητα.

Είναι χορός μοναχικός.


Όταν το μνήμα χάσκει στα πόδια σου, ο τόπος δεν σηκώνει άλλον. Είναι προσβολή να ενοχλήσει μια ξένη κι απρόσκλητη παρουσία. Γι’ αυτό κάποιοι ανίδεοι αριστεροί διανοούμενοι ερμήνευσαν την επιβεβλημένη ερημία του χορού με τα δικά τους φοβικά σύνδρομα· αποκάλεσαν το ζεϊμπέκικο «εξουσιαστικό χορό», που περιέχει, δήθεν, μια «αόρατη απειλή». Είδαν, φαίνεται, κάποιον σκυλόμαγκα να χορεύει και τρόμαξαν. Όμως, και έναν κυριούλη αν ενοχλήσεις στο βαλσάκι του, κι αυτός θα αντιδράσει.

Το ζεϊμπέκικο δεν είναι γυναικείος χορός.


Απαγορεύεται αυστηρώς σε γυναίκα να εκδηλώσει καημούς ενώπιον τρίτων· είναι προσβολή γι’ αυτόν που τη συνοδεύει. Αν δεν είναι σε θέση να ανακουφίσει τον πόνο της, αυτό τον μειώνει ως άντρα και δεν μπορεί να το δεχτεί.

Και στο μάτι δεν κολλάει.


Μια γυναίκα δεν είναι μάγκας· είναι θηλυκό ή τίποτα. Κι ένας άντρας, πρώτα αρσενικό και μετά όλα τ’ άλλα. Αυτό είναι το αρχέτυπο. Κι αν το εποικοδόμημα γέρνει καμιά φορά χαρωπά, η βάση μένει ακλόνητη. Εξαιρούνται οι γυναίκες μεγάλης ηλικίας που μπορεί να έχουν προσωπικά βάσανα: χηρεία ή πένθος για παιδιά.

(Κι όμως είδα σπουδαίο ζεϊμπέκικο από δύο γυναίκες· τη Λιλή Ζωγράφου, που αυτοσχεδίαζε έχοντας αγκαλιάσει τον εαυτό της από τους ώμους με τα χέρια χιαστί σαν αρχαία τραγωδός· και μια νεαρή πουτάνα σε ένα καταγώγιο των Τρικάλων, πιο αυτεξούσια απ’ όλους τους αρσενικούς εκεί μέσα.)

Η μεγάλη ταραχή είναι οι χωρικοί. Σε πλατείες χωριών, με την ευκαιρία του τοπικού πανηγυριού ή άλλης γιορτής, κάτι καραμπουζουκλήδες ετεροδημότες χορεύουνε ζεϊμπέκικο στο χώμα· προφανώς για να δείξουνε στους συγχωριανούς τους πόσο μάγκες γίνανε στην πόλη. Οι άνθρωποι της υπαίθρου δεν έχουν μπει στο νόημα κι ούτε μπορούν να εννοήσουν. Τα δικά τους ζόρια είναι κυκλικά· έρχονται, περνάνε και ξαναέρχονται σαν τις εποχές του χρόνου. Δεν είναι όλη η ζωή ρημάδι. Γι’ αυτό χορεύουν εξώστρεφα, κάνουν φούρλες, σηκώνουν το γόνατο ή όλο το πόδι, κοιτάνε τους γύρω αν τους προσέχουν, χαμογελάνε χορεύοντας. Μιλάνε με τον Θεό των βροχών και του ήλιου, όχι τον σκοτεινό Θεό του χαμόσπιτου και των καταγωγίων.

Δεν γίνεται καν λόγος για το τσίρκο που χορεύει επιδεικτικά, σηκώνει τραπέζια με τα δόντια και ισορροπεί ποτήρια στο κεφάλι του. Ή τη φρικώδη καρικατούρα ζεϊμπέκικου που παρουσιάζουν οι χορευτές στις παλιές ελληνικές ταινίες και προσφάτως στα τηλεοπτικά σόου.

Το ζεϊμπέκικο είναι κλειστός χορός, με οδύνη και εσωτερικότητα. Δεν απευθύνεται στους άλλους. Ο χορευτής δεν επικοινωνεί με το περιβάλλον. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, τον οποίο τοποθετεί στο κέντρο του κόσμου. Για πάρτη του καίγεται, για πάρτη του πονάει και δεν επιζητεί οίκτο από τους γύρω. Τα ψαλίδια, τα τινάγματα, οι ισορροπίες στο ένα πόδι είναι για τα πανηγύρια. Το πολύ να χτυπήσει το δάπεδο με το χέρι «ν’ ανοίξει η γη να μπει».

Και, όσο χορεύει, τόσο μαυρίζει.


Πότε μ’ ανοιχτά τα μπράτσα μεταρσιώνεται σε αϊτό που επιπίπτει κατά παντός υπεύθυνου για τα πάθη του και πότε σκύβει τσακισμένος σε ικεσία προς τη μοίρα και το θείο.

Τα παλαμάκια που χτυπάνε οι φίλοι ή οι γκόμενες καλύτερα να λείπουν. Ο πόνος του άλλου δεν αποθεώνεται. Το πιο σωστό είναι να περιμένουν τον χορευτή να τελειώσει και να τον κεράσουν. Να πιούνε στην υγειά του· δηλαδή να του γιάνει ο καημός που τον έκανε να χορέψει.

Ειπώθηκε πως το ζεϊμπέκικο σβήνει.


Ο αρχαϊκός χορός της Θράκης που τον μετέφεραν οι ζεϊμπέκηδες στη Μικρά Ασία και τον επανέφεραν στην Ελλάδα οι πρόσφυγες του 1922 έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του κύκλο· δεν έχει θέση σε μια νέα κοινωνία με άλλα αιτήματα και άλλες προτεραιότητες.

Μπορεί και να γίνει έτσι.


Αν χαθούν η αδικία, ο έρωτας και ο πόνος· αν βρεθεί ένας άλλος τρόπος που οι άντρες θα μπορούν να εκφράζουν τα αισθήματά τους με τόση ομορφιά και ευγένεια, μπορεί να χαθεί και το ζεϊμπέκικο.

Όμως βλέπεις μερικές φορές κάτι παλικάρια να γεμίζουν την πίστα με ήθος και λεβεντιά που σε κάνουν να ελπίζεις όχι απλώς για τον συγκεκριμένο χορό, αλλά για τον κόσμο ολόκληρο.



———
* Ο μάγκας είναι άντρας σεμνός, καλοντυμένος και μοναχικός.
Δεν είναι επιδεικτικό κουτσαβάκι και αλανιάρης.
Όπως αναφέρεται και στο Μείζον Ελληνικό Λεξικό,
«μάγκας: έξυπνος και με συμπεριφορά που ταιριάζει σε άντρα».


ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΑ ΝΕΑ , 14/09/2002

Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος MSN Messenger
Soulaxaviara
Moderator
Moderator


Ένταξη: May 05, 2008
Δημοσιεύσεις: 4363


ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Αύγ 13, 2008 19:55    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος

Το ζεϊμπέκικο

Στίχοι: Ντίνος Δημόπουλος
Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Παπαμιχαήλ

Στο ζεϊμπέκικο Γρηγόρη
ένας δύο οι μαστόροι
Κι άμα θά 'βρεις παραπάνω
το κεφάλι μου το χάνω

Κάν'τε τόπο να χορέψω
το σεβντά μου να μερέψω
Και ν'ακούω ολόγυρά μου
να μου ζήσεις ζεϊμπεκιά μου

Στο ζεϊμπέκικο Μιχάλη
δεν υπάρχουνε δασκάλοι
Ρώτα αν θες και τον Σαράντο
η καρδιά κάνει κουμάντο
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος Αποστολή email
magissa_kloklo



Ένταξη: Apr 03, 2008
Δημοσιεύσεις: 2802


ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Αύγ 13, 2008 21:41    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος

Το καλύτερο κατά την γνώμη μου ζεϊμπέκικο !

Ζεϊμπέκικο Της Ευδοκίας.

Το "Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας", γράφτηκε από τον ανεπανάληπτο Μάνο Λοΐζο για την ταινία "Ευδοκία" του Αλέξη Δαμιανού το 1971.
Αποτελεί μια από τις πιο όμορφες, λιτές και αναγνωρίσιμες ελληνικές μελωδίες.

Αφιερωμένο σε όσους έχουν μάθει να πονάνε με αξιοπρέπεια και ήθος και συνειδητά να παραμένουν στην σιωπή.







Έχει επεξεργασθεί από τον/την magissa_kloklo στις Τετ Αύγ 13, 2008 22:07, 1 φορά
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος MSN Messenger
evitaq



Ένταξη: Mar 18, 2008
Δημοσιεύσεις: 2139


ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Αύγ 13, 2008 21:44    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος

ΜΗΠΩΣ ΝΑ ΤΟ ΧΑΡΙΖΕΣ Κ ΣΤΙΣ ΕΥΔΟΚΙΕΣ??? Wink
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
magissa_kloklo



Ένταξη: Apr 03, 2008
Δημοσιεύσεις: 2802


ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Αύγ 13, 2008 21:47    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος

evitaq έγραψε:
ΜΗΠΩΣ ΝΑ ΤΟ ΧΑΡΙΖΕΣ Κ ΣΤΙΣ ΕΥΔΟΚΙΕΣ??? Wink


Rolling Eyes

Σε όλες ???

Μπα, δεν νομίζω !

Σε σένα όμως, με μεγάλη μου χαρά ! Wink
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος MSN Messenger
evitaq



Ένταξη: Mar 18, 2008
Δημοσιεύσεις: 2139


ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Αύγ 13, 2008 21:59    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος

ΝΑ ΄ΣΑΙ ΚΑΛΑ...........ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΟ ΧΟΡΟ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ....ΛΙΓΟΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΤΟΝ ΕΚΦΡΑΣΟΥΝ
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
vagias



Ένταξη: Oct 07, 2007
Δημοσιεύσεις: 2316


ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τετ Αύγ 13, 2008 23:32    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος

AFIEROMENO.......

Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος Αποστολή email
magissa_kloklo



Ένταξη: Apr 03, 2008
Δημοσιεύσεις: 2802


ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Αύγ 14, 2008 0:10    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος

Αχ, βρε Σαμιώτη ! Το 'ξερα ότι θα ...φτερουγίσει η περδικούλα σου !

Σε σένα, εκεί στην άκρη του γαλανού Αιγαίου....
Κούνα μάτια μου εσύ το ψαθάκι σου, κι εμείς λευκό μεταξωτό μαντήλι ! Wink

Το Ζεϊμπέκικο Του Αρχάγγελου !

Του βάζεις δύσκολα του κόσμου αυτού του άμυαλου
και ξενυχτάς με το ζεϊμπέκικο του αρχάγγελου
γελάς με γέλιο δυνατό κι όποιος αντέξει
μετά ζητάς σιωπή που δε σηκώνει λέξη

Μοναχική και σπάνια
γυρνάς μεσ' στα Βαλκάνια
ανέμους να θερίσεις !!!!
Σαν Παναγιά σ' έναν τεκέ
ψάχνεις του κόσμου το λεκέ
για να τον καθαρίσεις !!!

Μελαχρινούς Θεούς τις νύχτες ονειρεύεσαι,
και μ' όποιον ήλιο σεργιανάς τον ερωτεύεσαι.
Οχτώ μποφόρ κι οι δράκοι βγήκανε στο κύμα,
παίρνεις μελάνι και φτερό και γράφεις ποίημα.

Μοναχική και σπάνια
γυρνάς μεσ' στα Βαλκάνια
ανέμους να θερίσεις...
Σαν Παναγιά σ' έναν τεκέ
ψάχνεις του κόσμου το λεκέ
για να τον καθαρίσεις....

Στίχοι: Φίλιππος Γράψας
Μουσική: Μάριος Τόκας



Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος MSN Messenger
Soulaxaviara
Moderator
Moderator


Ένταξη: May 05, 2008
Δημοσιεύσεις: 4363


ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Αύγ 14, 2008 7:14    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος

Ζεϊμπέκικο

Στίχοι: Διονύσης Σαββόπουλος
Μουσική: Διονύσης Σαββόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Σωτηρία Μπέλλου & Διονύσης Σαββόπουλος ( Ντουέτο )

401
Αγωνία για ηλεκτροσόκ. Νεκροζώντανοι στο Κύτταρο. Σκηνές ροκ.
Φωτογραφία με την Μπέλλου.

Μ' αεροπλάνα και βαπόρια
και με τους φίλους τους παλιούς
τριγυρνάμε στα σκοτάδια
κι όμως εσύ δε μας ακούς

Δε μας ακούς που τραγουδάμε
με φωνές ηλεκτρικές
μες στις υπόγειες στοές
ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε
τις βασικές σου τις αρχές

Ο πατέρας μου ο Μπάτης (Απρόσιτη μητέρα μορφή από χώμα και ουρανό
ήρθε απ' τη Σμύρνη το '22 ( θα χαθώ απ'τα μάτια σου τα δυο)
κι έζησε πενήντα χρόνια (μες στον κόσμο)
σ' ένα κατώι μυστικό (σαν πρόσφυγας σ'ένα κατώι μυστικό)

Σ' αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε (αν αγαπούνε)
τρώνε βρώμικο ψωμί (τρώνε βρώμικο ψωμί)
(του λόγου σου οι πιστοί)
κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε (κι οι πόθοι τούς ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή)
υπόγεια διαδρομή

Χθες το βράδυ είδα ένα φίλο
σαν ξωτικό να τριγυρνά
πάνω στη μοτοσικλέτα
και πίσω τρέχανε σκυλιά

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα
βάλε στα ρούχα σου φωτιά (σαν τον Μάρκο)
βάλε στα όργανα φωτιά ( βάλε στα όργανα φωτιά)
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα (να κλείσει η λαβωματιά μα τιναχτεί σαν μαυρο πνευμα)
η τρομερή μας η λαλιά (η τρομερη μας η λαλιά)


(Μες στις παρενθέσεις ειναι τα λόγια του Σαββόπουλου)
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος Αποστολή email
vagias



Ένταξη: Oct 07, 2007
Δημοσιεύσεις: 2316


ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τρι Αύγ 26, 2008 0:16    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος

TAXIMI SOLO ZEIMPEKIKO POU EXEI GRAPSI MOUSIKI O IDIOS O GIORGOS DRAMALIS,MEGALOS MOUSIKOS,KAI KALO MPOUZOUKI!!

Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος Αποστολή email
magissa_kloklo



Ένταξη: Apr 03, 2008
Δημοσιεύσεις: 2802


ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τρι Αύγ 26, 2008 17:30    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος

«Μάγκες, στην άκρη, χορεύει η μικρή»

«Με το κεφάλι σκυμμένο, το ένα χέρι διπλωμένο πίσω στη μέση και το άλλο να κρατάει κομπολόι, ο πατέρας κινιόταν αργά, με βαριά, μελετημένα βήματα. (...) Λικνιζόταν δίνοντας την εντύπωση του μεθυσμένου. Εγερνε από τη μια πλευρά στην άλλη, σαν να επρόκειτο να πέσει. Εκανε μια στροφή κι ύστερα έσκυψε και χτύπησε την παλάμη του κάτω, σαν να άλειφε το πάτωμα με βούτυρο, μπρος πίσω (...) Οι κινήσεις του βάρυναν, σήκωσε το δεξί του πόδι και χαστούκισε με δύναμη και αυστηρότητα το τακούνι του παπουτσιού του».

Στα μάτια του μικρού Νίκου Παπανδρέου η χορευτική τελετουργία που πραγματοποιούσε ο πατέρας του εκείνο το βράδυ στον Καναδά ήταν ακατανόητη. Χρόνια αργότερα, όταν πια είχε καταλάβει αποτύπωσε στο βιβλίο του «Δέκα Μύθοι και μια Ιστορία» και αυτό το στιγμιότυπο, περιγράφοντας ταυτόχρονα ένα από τα διασημότερα ζεϊμπέκικα που γνώρισε η Ελλάδα: το ζεϊμπέκικο του Ανδρέα. Πόσα άλλαξαν από τότε...

«Μάγκες στην άκρη, χορεύει η μικρή/στο ζεϊμπεκάκι την άκρη της θα βρει». Η κατάληξη «-άκι» που χρησιμοποιεί η Χαρούλα Αλεξίου στο τραγούδι από το δίσκο της «Το παιχνίδι της αγάπης», δεν αμβλύνει το αποτέλεσμα. Οι μάγκες στην άκρη; Και μάλιστα για να χορέψει η μικρή;

Μερικά χρόνια πριν κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο. Τώρα δεν χρειάζεται να το φανταστεί κανείς. Το βλέπει κάθε βράδυ στις αθηναϊκές πίστες και στα πάλκα όπου γυναίκες ρίχνουν τις βόλτες τους και άνδρες δεν διστάζουν καθόλου να λυγίσουν τη μέση τους. Χάλασε ο κόσμος; Απελευθερώθηκε; Εκτροχιάστηκε; Εκδημοκρατίστηκε;

Σκάνδαλο!

Ο κόσμος άλλαξε. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Κι αρκεί η αναφορά του Ηλία Πετρόπουλου από «Τα Μικρά Ρεμπέτικα» για να το επιβεβαιώσει: «ο ζεϊμπέκικος χορεύεται από ένα άτομο. Ο κάθε μάγκας χορεύει με δικό του τρόπο, εντελώς προσωπικό. Ο χορευτής του ζεϊμπέκικου χορεύει κοιτάζοντας τη γη. Το πρόσωπό του είναι αγέλαστο, σχεδόν απειλητικό. Οταν η ορχήστρα παίζει ζεϊμπέκικο στην πίστα χορεύει μόνο ένας μάγκας... Γυναίκα να χορεύει ζεϊμπέκικο ήταν πρωτοφανές σκάνδαλο. Και το θέαμα αυτό γινόταν αιτία φονικών καβγάδων. Μόνο οι πόρνες χορεύανε ζεϊμπέκικο...»

Το μπουλούκι στην πίστα είναι, λοιπόν, μια νεοελληνική εφεύρεση. Οι γυναίκες στα ζεϊμπέκικα μία ακόμα.

Και οι άνδρες στα τσιφτετέλια ένας λόγος για να λέει η Αννα Χρυσάφη πως «χάλασε ο κόσμος. Παλαιότερα, για να σηκωθεί άνδρας να χορέψει τσιφτετέλι, θα τον κοροϊδεύαμε πρώτα-πρώτα από το πάλκο. Χάλασε η κοινωνία. Χορεύουν τσιφτετέλι και ψάχνεις να βρεις άνδρα».

Η εικόνα ενός άνδρα που κάνει τσακίσματα και κουνήματα καταλύοντας την αρχέτυπη εικόνα, κάνει ακόμα και τους πιο ανοιχτόμυαλους να αντιδρούν επιφυλακτικά.

Αν ωστόσο απαλλαγεί κανείς από το φάντασμα του πατροπαράδοτου αρσενικού μπορεί ίσως να διακρίνει και μάλιστα συχνά στο σύγχρονο τσιφτετέλι το ερωτικό σήμα πιο ακομπλεξάριστο και απροκάλυπτο από ποτέ. Τόσο απροκάλυπτο που κάποτε να καταντά χυδαίο, αν δεχτεί τουλάχιστον κανείς αυτό που έχει πει ο Γ. Νταλάρας: «όλα τα τραγούδια αντιμετωπίζονται σαν τσιφτετέλια, με μία σεξουαλική κίνηση που δεν ξεχωρίζει τόπους και στιγμές...Εγώ, εδώ βλέπω αγοράκια να χορεύουν σαν Βραζιλιάνες».

Ο Νίκος Παπάζογλου τοποθετεί πάντως το θέμα πιο λυρικά. «Οι χορευτές στο τσιφτετέλι κινούνται», λέει, «σαν πλανήτες, σε μια συνεχή έλξη και άπωση». Ενας ξέφρενος χορός ζευγαρώματος, με τις γραβάτες να λύνονται, τις φούστες να ανεβαίνουν και τις υποσχέσεις να φουντώνουν, καθώς τα μαλλιά αγγίζουν το πρόσωπο, το στήθος το στέρνο, τα οπίσθια τη βουβωνική χώρα. Αλλωστε τέτοιο τσιφτετέλι- πρόκληση χορεύουν οι πάντες, ακόμα και ο Θ. Τσουκάτος (στη γιορτή της Β. Παπανδρέου).

Το σόλο ανδρικό τσιφτετέλι είναι βέβαια μία άλλη υπόθεση. Ναι, δεν μας σοκάρει τόσο ο γυμνασμένος κούκλος που πετάει το Τι-σερτ του υπό τη βραχνή φωνή του Κόκερ που κάνει μόνο μία υποχώρηση («you can leave your hat on»). Aλλά ο ίδιος σόλο στο «Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο να πυρποληθώ»; «Eμένα τουλάχιστον θα με απωθούσε. Είναι κάτι πολύ θηλυπρεπές», απαντά η χορεύτρια-καθηγήτρια στη σχολή χορού «Τζιν Κέλι»-θέλοντας να κρατήσει την ανωνυμία της.

Η ίδια πάντως δεν βρίσκει καθόλου απωθητική την εικόνα μιας γυναίκας που χορεύει ζεϊμπέκικο. Κι όμως αν σκεφτεί κανείς πώς ξεκίνησε ο χορός αυτός, το θέαμα θα έπρεπε να είναι εξίσου ακραίο: «ο χορευτής του ζεϊμπέκικου πιάνει τα γεννητικά του όργανα και τα πετά ψηλά-κόβοντάς τα συμβολικά...γιατί ο ζεϊμπέκικος είναι ο χορός του Διός. Και βέβαια ο χορευτής θέλει τη γη, τον έλκει...», είχε περιγράψει κάποτε ο γλύπτης Τάκης. Σαν κι αυτόν είναι κι άλλοι που συνδέθηκαν με την εικόνα αυτού του εσωστρεφούς αντρίκιου χορού-όταν ήταν ακόμα έτσι. Δεν ήταν ονομαστό το ζεϊμπέκικο του Τσαρούχη; Kαι, για άλλους λόγους, το ζεϊμπέκικο του Κοεμτζή;

Η ιστορία αυτού του τελευταίου αποτέλεσε ίσως το κύκνειο άσμα ενός χορού εσωτερικού, που δεν επιτρέπει στη ματιά να σηκωθεί από το χώμα, ούτε και στον απρόσκλητο να θίξει την παραγγελιά. Ενός χορού αναμέτρησης με τον εαυτό και τους άλλους. Ναι, ακόμα κάποιοι, ελάχιστοι τσακώνονται πάνω στις παραγγελιές. Αλλοι πάλι όπως οι δύο (πραγματικοί, παλιοί) Πειραιώτες μάγκες «έπαψαν να πηγαίνουν στα ρεμπετάδικα από τότε που άρχισαν οι γυναίκες να χορεύουν ζεϊμπέκικα».

Γυναίκα και ζεϊμπέκικο ήταν ένα ταμπού. Κάποιες τόλμησαν να το ξεπεράσουν. Δεν ήταν, όμως, όλες σαν τη Λιλή Ζωγράφου που χόρευε ζεϊμπέκικο στη Μπέλλου.

Αλλες, το 'καναν για τις ανάγκες μίας ταινίας. Η Μαίρη Χρονοπούλου ταυτίστηκε στον ελληνικό κινηματογράφο με το γυναικείο (Wink ζεϊμπέκικο. Κι όμως η ίδια ξεκαθάρισε κάποτε μιλώντας στην τηλεόραση: «υπάρχουν δυο πράγματα που δεν μου αρέσει να βλέπω να τα κάνει γυναίκα. Το ένα είναι να χορεύει ζεϊμπέκικο και το άλλο να απαγγέλει Καβάφη».

Να μια γυναικεία φωνή που σμίγει με άλλες ανδρικές που διεκδικούν τέλος πάντων αυτό που τους ανήκε («μας τα 'χουν πάρει όλα», διαπιστώνει ο χαριτωμένος άνδρας της διαφήμισης, διασώζοντας τουλάχιστον το... άφτερ-σέιβ του). «Πήραν θάρρος εκείνες ή μαλακώσαμε εμείς; », αναρωτιέται σε μία συνέντευξή του ο Δημήτρης Μητροπάνος, τονίζοντας πώς «ναι, είναι πιο ανδρικό είδος το ζεϊμπέκικο». Ισως γι' αυτό κι ο Μανώλης Μητσιάς μιλώντας στην «Κ.Ε.» είχε πει πώς «το ζεϊμπέκικο θέλει μαγκιά που λείπει σήμερα. Το τσιφτετέλι ίσως να'ναι πιο πολύ ο εκφραστής της σημερινής κοινωνίας».

Λείπουν οι άνδρες ή οι ρόλοι;

Εκλείπουν οι άνδρες ή εκλείπουν οι (περιχαρακωμένοι) ρόλοι; Μάλλον το δεύτερο. Η αντιστροφή των χορευτικών στερεοτύπων είναι ασφαλώς μία ακόμα απόδειξη της διάχυσης των ρόλων στη σύγχρονη κοινωνία. Eίναι και δείγμα μιάς αμβλυμένης αντίληψης περί αξιοπρέπειας; Δεν είναι κακό να διασκεδάζουμε με τον εαυτό μας, ξεπερνώντας την αυστηρότητα άλλων εποχών.

Που σημαίνει ότι υπάρχουν άνδρες που χορεύουν χωρίς ρυθμό και ψυχή ζεϊμπέκικο, όπως υπάρχουν και γυναίκες. Οι τελευταίες πάντως, δεινές ή λιγότερο καλές στις ζεϊμπεκιές, αυξάνονται και πληθύνονται. Απόδειξη η αθρόα προσέλευσή τους στα μαθήματα ζεϊμπέκικου (ναι, άλλαξε και ο αυτοσχεδιαστικός χαρακτήρας του χορού) των σχολών χορού.

«Σαφώς και είναι περισσότερες οι γυναίκες που μαθαίνουν ζεϊμπέκικο απ' ό,τι οι άνδρες που μαθαίνουν χορό της κοιλιάς», παραδέχεται η Δήμητρα Τριανταφύλλου από το «Τζίντζερ και Φρεντ», ομολογώντας ωστόσο πώς για την ίδια τουλάχιστον «το ζεϊμπέκικο είναι ένας χορός που ταιριάζει περισσότερο σε άνδρες».

Και ο χορός της κοιλιάς στις γυναίκες; Οχι απαραίτητα. «Yπάρχουν άνδρες στο Λίβανο για παράδειγμα», υπενθυμίζει ο Στέφανος Χατζηγεωργίου, ιδιοκτήτης της σχολής «Κουίκ Στεπ» που «χορεύουν χορό της κοιλιάς. Εχουν όμως δικά τους βήματα, εντελώς ανδροπρεπή».

Δικά τους βήματα. Να μια φράση-κλειδί για όσους διστάζουν. Το βλέπουν κι αυτό οι πίστες. Ανδρες στα τσιφτετέλια που κουνιούνται διακριτικά. Λίγο το χέρι, λίγο το πόδι. Οι γυναίκες πάλι στο τσακίρ κέφι είναι πιο τολμηρές, όταν ρίχνουν τις βόλτες τους. Το χέρι χτυπά στο έδαφος, ο χώρος στροβιλίζεται με το τσιγάρο στο στόμα. Για άλλους είναι ερωτική αυτή η απευθείας αναμέτρηση με το ανδρικό πρότυπο. Mια πρόκληση, ένα επιθετικό κάλεσμα, μία επιθετικότερη επιβεβαίωση. Για άλλους είναι απλώς μία μίμηση. «Οταν μία γυναίκα χορεύει καλό ζεϊμπέκικο μιμείται τις κινήσεις ενός άνδρα. Το ίδιο κι ένας άνδρας που χορεύει τσιφτετέλι», λέει ο Νίκος Παπάζογλου. Δεν βρίσκει απαραιτήτως κακό όμως το ότι «θόλωσαν τα σύνορα ανάμεσα στα φύλα. Γκρεμίστηκαν άχρηστα χωρίσματα...».

Εστω κι αν γι' αυτά τα χωρίσματα άστραφταν κάποτε οι κάμες...

Tης NATAΛI XATZHANTΩNIΟY

Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος MSN Messenger
ex-libris



Ένταξη: Jun 02, 2008
Δημοσιεύσεις: 1376


ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Τρι Αύγ 26, 2008 20:16    Θέμα δημοσίευσης: Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος

Ηθελα καιρο να το βαλω...αλλα ξεχαστηκα...

Και δυστυχως δεν το βρηκα στον γιουτουμπι....ομως δεν ειναι κατι δυσκολο...υπαρχει στη Ρεζερβα...

Ενα "διαφορετικο" ζειμπεκικο....


Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο - Διονύσης Σαββόπουλος

Δημοσιεύθηκε στις 15 Νοεμβρίου 2006

Αναγνώσεις: 4636
Σχόλια: 36


Το Φλεβάρη του 1973 ο Νίκος Κοεμτζής από το Αιγίνιο της Πιερίας, μικροκακοποιός με κάποια πολιτική δράση, σκοτώνει τρεις ανθρώπους και τραυματίζει άλλους έξι σε νυχτερινό κέντρο και λίγο αργότερα καταδικάζεται σε θάνατο. Η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια δεσμά και τελικά αποφυλακίζεται -πλήρως μεταμελημένος- με βούλευμα 23 χρόνια αργότερα. Πέντε χρόνια μετά, το 1978, ο Διονύσης Σαββόπουλος θα κάνει την ιστορία του Κοεμτζή τραγούδι στο δίσκο του «Ρεζέρβα»...

Το «Μακρύ Ζεϊμπέκικο για το Νίκο» αποτελεί μια από τις κορυφώσεις της δουλειάς του Σαββόπουλου για ποικίλους λόγους, όμως το θέμα και κυρίως η διάρκειά του, δεν επέτρεψαν να γίνει μια από τις διαχρονικές «επιτυχίες» του δημιουργού του. Εδώ, με οδηγό τους στίχους του, θα γίνει μια απόπειρα να παρουσιαστεί αυτό το τραγούδι-ποταμός και να εξηγηθούν οι λόγοι για τους οποίους νιώθω ένα περίεργο ρίγος κάθε φορά που το ακούω. Γνωρίζετε το τραγούδι; Ποιο είναι το άρωμα που παίρνετε εσείς από αυτό; Τι συναισθήματα ξυπνά μέσα σας;


Μακρύ ζεϊμπέκικο για το Νίκο

Σαββόπουλος Διονύσης
Μουσική/Στίχοι: Σαββόπουλος Διονύσης

Λοιπόν μολύβι και χαρτί, η απόγνωση άνοιξε λαγούμι.
Στοές που χώθηκαν με λάμψεις μαχαιριού σε ποιο στενό κελί;
Ψηλά με πέπλα αίματος, χλιμίντριζε η Σελήνη
-Δεν έχει ελπίδα, ελευθερία δεν ζητά, αλλά δικαιοσύνη-

Γεννήθηκε σ' ένα λασπότοπο, κοντά στην Κατερίνη.
Σκιές με λάμπες θυέλλης που γλιστρούν στου Άδη το πανί.
Ο Νίκος ήταν ο πρωτότοκος, τον άλλον λέγαν Δημοσθένη...
Βουβός δεσμός, εικόνα παιδική, σε άλλο χρόνο αναφλεγμένη.

Ο γέρος του είχε κρυψώνα το βουνό απ' το σαράντα πέντε
κι οι χωρικοί απ' τον φόβο των αρχών μακραίναν κι απ' τον γιο.
Κι αυτός τους έβλεπε στρωμένους στην δουλειά και μέσα του άναβε η μανία
του στριμωγμένου ανάμεσα στο πλήθος και την αστυνομία.

Ώσπου μια μέρα χωρίς αποσκευή, τσουλώντας της τρύπας του την ρόδα
κυλάει απ' την Μακεδονία ως εδώ, κι ακόμα που θα βγει;
Θα φεύγει πάντα για το άστρο που δεν φτάνει καμιά αστυνομία,
για τους φυγάδες αυτός ο ουρανός είν' η παρανομία.

Νίκο, αγγίζω το στοιχειό σας
Νίκο, μες τον υπόκοσμο της γλώσσας

Δυο καταδίκες, έξι χρόνια για κλοπή, τον είδα όταν βγήκε.
Κρατούσε πλέον μιαν απόσταση απ' την τρέλα, όχι για να σωθεί,
αλλά για να την σώσει, αν μ’ εννοείς· να, λόγου χάρη, ήθελε γάμο
και τότε τού 'παν «έλα σε μας για να προδώνεις». Δεν δέχθηκε στιγμή!

Κι απ' την βαθειά των υπογείων τους την λύσσα, κατέφυγε στην επαρχία,
μα όπου κι αν πήγε, το σήμα είχε σταλεί, στην Σαλονίκη τον τσακίσαν.
Σχεδόν τρεκλίζοντας ξανάρθε στην Αθήνα, και τότε πιάσαν την μνηστή του·
της είπαν λόγια, βοηθήσαν κι γονείς, ώσπου διέκοψε μαζί του.

Κι ωστόσο ζούσε τελείως σοβαρός, υπνοβατώντας σ' ένα κράτος
που θριαμβεύει με μιαν ατέλειωτη στριγκλιά -διαφυγή καμιά-
κρατώντας μόνο μια κρυφήν αναπνοή, των μπουζουξίδικων το γκέτο,
βαθιά εικόνα, που η έκσταση εκεί ακόμα λειτουργεί.
«Ν' ακούω,» έλεγε, «τα λόγια, την φωνή, και τ' αδελφάκι μου υψωμένο
να το κοιτάω στον χορό του μοναχό, και κάτι να παθαίνω»

Νίκο, σκυλάδικο Σαββάτο
Νίκο, σπασίματα γεμάτο

«Παραγγελιά», και περιμέναν καθισμένοι, και τα ηχεία το αναγγείλαν
κι όλα τα όργανα συλλάβαν το σκοπό για το χορό του Δημοσθένη.
Καθώς ανέβαινε, η πίστα ήταν γεμάτη, ακούστηκε να ουρλιάζει:
«Παραγγελιά!» γιατί το είδε το κακό με δρασκελιές να πλησιάζει.

Η πίστα άδειασε, μονάχα δυο αστυνόμοι, χορεύαν, γυρνώντας του την πλάτη.
Τότε τους έσπρωξε ο μικρός με μια στριγκλιά, «Δικό μου το κομμάτι!»
Τον ρίξαν κάτω σε γυαλιά κομματιασμένα, ξεφώνιζε όπως τον εσέρναν.
Σαν ένα φιλμ ιλιγγιώδες η ζωή τους, του Νίκου έκαψε τα φρένα.

Έξω απ' την τρέλα δεν είχε κάτι να πιαστεί, γιατί του το 'χαν διαλύσει.
Κατρακυλάει στον προβολέα των σκοταδιών του, στην φρικαλέα ατραξιόν του
με τόση βία που είναι αδύνατον να πω, τι έγινε εκεί κάτου.
Το δράμα όλο συντελέστηκε θαρρώ, στον χώρο του αοράτου.

Στον εαυτό του είπε «Νίκο, συγκρατήσου» τραβώντας κιόλας το λεπίδι.
Τον πρώτο που την έφαγε τον είδαν με μια ταυτότητα να σκύβει.
Σφαχτήκαν τρεις, μαχαίρωσε άλλους έξι, φωνές: «Ανοίχτε, θα μας σφάξουν!»
Τραβώντας έξω τον μικρό παραμιλούσε: «Εσένα δεν θα σε πειράξουν…»

Νίκο, σόι αλλοπαρμένο
Νίκο, τι έχεις καμωμένο

Μετά κατέφυγε στο σπίτι ενός γνωστού, μα ένιωσε ότι θα τον δώσουν
«Θα φύγω,» είπε, «με μια βάρκα ν' ανοιχτώ, φουρτούνες να με πνίξουν.
Να τρελαθούνε, που Νίκο να γυρεύουν, και Νίκο να μην βρίσκουν!»
Μα όπως βγήκε τους είδε σαν βαλέδες, ο ένας με τις χειροπέδες.

Τον εκυκλώσαν, βγαίναν απ’ τα γύρω μέρη, κρεμόταν η ζωή του
από ένα νήμα που δεν θα 'δινε σ' αυτούς, και πέταξε μαχαίρι.
Να αναγκαστούν να τον σκοτώσουν οι αστυνόμοι, μα εκείνοι τού 'ριχναν στα πόδια.
Σερνόταν κι έβριζε ώσπου ένας ταβερνιάρης, του 'δωσε μια με ένα καδρόνι...

Η δίκη του έγινε τον άγριο Νοέμβρη, το ένιωθε άραγε κι εκείνος;
Ο Τύπος πάντως τον πρόβαλε ανοιχτά σαν αιμοβόρο κτήνος.
Τα ίδια λέγαν και πολλοί προοδευτικοί· παράξενο δεν ήταν:
η σύμβασή τους διαισθάνθηκε σ' αυτόν, μιαν άλλη απειλή.

Το 'παν επίσης λαϊκοί ένα σωρό, στον συνεργάτη ενός εντύπου,
μα ο Μπιθικώτσης τον διώχνει και του λέει: «Πού να σου εξηγώ…»
Δεν είχε μάρτυρες εκτός τ' αφεντικό και τη νοικοκυρά του.
Οι δικηγόροι λέγαν ανώμαλη ψυχή, κοιτάξτε τα χαρτιά του.

Νίκο, χωριό συσκοτισμένο
Νίκο, ποιοι σ' έχουν κυκλωμένο;

Ο ίδιος ξέγραψε απ' αρχής τον εαυτό του, το είπε: «Πρέπει να πεθάνω!»
Μπήκε στον κόπο δηλαδή των δικαστών, μα αυτοί δεν μπήκαν στον δικό του.
Καθώς διηγόταν την ζωή του [σε κουφούς], θαρρούσα δεν θ' αντέξω.
[Το δικαστήριο λειτουργούσε μέσα εκεί, μα η δικαιοσύνη ήταν απ' έξω.]

Στα γράμματά του από την φυλακή, ο βίος δεν διαφέρει·
ασφυκτιούσε σαν ζώο μυθικό, εδώ όσο κι εκεί.
Μην είναι τάχα ένα ρίγος παραπέρα, που δείχνει απόσταση απ’ το δράμα
και μεταφέρει σαν ιπτάμενο ένα θαύμα, της δικαιοσύνης την γαλέρα;

Η τέχνη μου έζησε παράξενες στιγμές, και από δίκιο ξέρει.
Τα κίνητρά του δεν ήταν ταπεινά, τον βλέπω σε αργές στροφές
σαν μια Θεότητα που λύει τον πανικό της και διαστέλλεται ξεσπώντας
στ' ανυποψίαστα μπουλούκια του γλεντιού, που βιάζουν το άσυλό της.

Η ουρά που αυξαίνει φτύνοντάς τον ας λυσσάει, με τον ζουρλομανδύα
και με τα ηλεκτροσόκ να τον κλονίσει, θα λάβει ότι της αξίζει
στους λαβυρίνθους του εφιάλτη οδηγημένη, αιώνια, δίχως σωτηρία,
στην τακτική δουλεία του δικαστή, που δεν καταλαβαίνει.

Νίκο, ποτέ δεν θα 'ναι έτσι.
Νίκο, είν' η αρρώστια που μας σώζει
καθώς σε φέρνει πιο μακριά κι απ' το κελί σου,
Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου.



Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι το πρώτο που κάνει εντύπωση τόσο στον ακροατή του τραγουδιού όσο και στον απλό αναγνώστη των στίχων του είναι η πολύ μεγάλη έκτασή του. Πραγματικά, το τραγούδι διαρκεί ολόκληρα 13:28 λεπτά (περίπου) και γραμμένο καταλαμβάνει ούτε λίγο ούτε πολύ 90 στίχους –χωρίς να επαναλαμβάνεται ούτε ένας ως ρεφραίν. Δεδομένου όμως του θέματος αλλά και των κειμενικών στόχων, αυτή η «μακρηγορία» μπορεί να εξηγηθεί και να θεωρηθεί δικαιολογημένη.
Το τραγούδι είναι εμφανώς μια έμμετρη αφήγηση, στην οποία παρεμβάλλονται διάσπαρτα τα άμεσα και έμμεσα σχόλια του δημιουργού και κλείνει με την προσωπική κατάθεση του ίδιου του Σαββόπουλου για όσα αφηγήθηκε. Ευφυώς ο Σ. επέλεξε να ντύσει μουσικά την αφήγησή του με ένα ζεϊμπέκικο (αφού για ένα ζεϊμπέκικο έγινε το φονικό), πειραγμένο και πολύπλοκο όμως σε αρκετά σημεία, με μια ιδιαίτερη ενορχήστρωση, αφήνοντας παράλληλα το Θανάση Πολυκανδριώτη να κεντά με το μπουζούκι του αυτά που δε μπορεί να πει η γλώσσα για αυτόν τον μυστήριο χορό.


Οι στίχοι

Ο Σ. ξεκινώντας δεν επικαλείται, όπως ο Όμηρος στα έπη του, κάποια Θεά ή Μούσα για να τον βοηθήσει, αλλά αντίθετα αυτό που τον παρακινεί είναι η «απόγνωση», το πνίγος κάποιου που θέλει να πει και τη δική του άποψη για το πώς και γιατί έγιναν τα πράγματα. Προσέξτε τη μεταφορά του Σ.: η απόγνωση σκάβει λαγούμι για να βγει στη φόρα, στη δημοσιότητα, στην επιφάνεια, όπως πολλές φορές σκάβουν τέτοια λαγούμια και οι φυλακισμένοι για να δραπετεύσουν! Από την πρώτη στροφή ήδη μας προετοιμάζει για τους άξονες γύρω από τους οποίους θα κινηθεί: «αίσθηση κλειστοφοβίας/ασφυξίας» (απόγνωση, λαγούμι, στενό κελί), «φρίκη/παράλογο» (λάμψεις μαχαιριού, πέπλα αίματος, σκιές, χλιμίντριζε η σελήνη) και «δικαιοσύνη.» Σ’ αυτό το τελευταίο αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω: ο Νίκος και εξ ονόματος του ο Σ. μας ξεκαθαρίζει από την αρχή (πριν καν ακούσουμε ποιο είναι το έγκλημά του) ότι δε δηλώνει αθώος, δε θέλει να αφεθεί ελεύθερος –κάτι που μας υπενθυμίζεται και αργότερα στην αφήγηση. Το μόνο που ζητά είναι να αποδοθούν οι σωστές διαστάσεις στο έγκλημά του, να αντιμετωπιστεί δίκαια και -κυρίως- να τον καταλάβουμε. Είναι πολύ σημαντικό να το έχουμε υπόψη μας αυτό για να ξεμπερδέψουμε μια και καλή με τις αυταπάτες όσων μιλούν για ηρωοποίηση του εγκλήματος και αυτού που το διέπραξε.
Στη δεύτερη στροφή μας δίνονται σύντομα τα απολύτως απαραίτητα σχετικά με την καταγωγή του: ένα φτωχό χωριό στην Κατερίνη (το Αιγίνιο), παιδικά χρόνια στα οποία συμπλέκεται το Θέατρο Σκιών (κυριολεκτικό και μεταφορικό) και ο θάνατος, και η ύπαρξη ενός αδερφού, στην περιγραφή της σχέσης του οποίου με το Ν. προοικονομείται τραγικά η μοίρα που θα τους δέσει πολύ αργότερα. Είναι το μικρό αδερφάκι που ο Ν. πάντα θα προσέχει…
Έπειτα μας δίνεται μια πληροφορία για τον πατέρα του: «είχε κρυψώνα το βουνό απ’ το ‘45» και οι υπόλοιποι συγχωριανοί κρατούσαν και το Νίκο σε απόσταση επειδή φοβόντουσαν τις Αρχές. Γιατί; Χωρίς να κάνω έρευνα, υποθέτω πολύ βάσιμα ότι ο πατέρας ήταν κομμουνιστής αντάρτης που είχε καταφύγει στο βουνό και πολεμούσε στον εμφύλιο. Στίγμα λοιπόν και απομόνωση από τα παιδικά ήδη χρόνια. Και ο θυμός μαζί με την απόγνωση αρχίζουν να φουντώνουν. Εδώ ο Σ. χρησιμοποιεί μια εικόνα που περιγράφει ανάγλυφα ένα πολύ επικίνδυνο συναίσθημα. Σκεφτείτε, είναι σαν να μας λέει, έναν άνθρωπο που βρέθηκε άθελά του ανάμεσα σε αστυνομικές δυνάμεις και σε διαδηλωτές και τότε θα καταλάβετε την ασφυκτική αδυναμία που ένιωθε ο Ν. από μικρός.
Το χωριό λοιπόν δεν τον χωρά. Παίρνει τη μιζέρια του, το κενό της ζωής του, την «τρύπα» του, την σηκώνει έτσι κυκλική που είναι και την κάνει ρόδα που τον φέρνει μέχρι την Αθήνα και ακόμα «πιο μακριά»: μέχρι τους κύκλους της παρανομίας. Γίνεται ένας φτωχοδιάβολος που βρίσκει έναν δικό του μικρόκοσμο όπου νιώθει «κάποιος», πέρα και έξω από την υποχρέωση να δίνει λόγο στους υποκριτές «νοικοκυραίους» και στην αστυνομία.


Νίκο, αγγίζω το στοιχειό σας
Νίκο, μες τον υπόκοσμο της γλώσσας


Εδώ έχουμε και την πρώτη αποστροφή του Σ. προς τον ίδιο το Νίκο. Από εδώ και πέρα, ανά τέσσερις στροφές θα του απευθύνει το λόγο σε μια προσπάθειά του να συνομιλήσει μαζί του, να τον κατανοήσει (επαναλαμβάνω: όχι να τον δικαιολογήσει). Η αίσθησή μου είναι ότι εδώ εννοείται η αργκό του υποκόσμου ως δείγμα του άλλου κόσμου στον οποίο ανήκουν οι παράνομοι.
Οι οποίοι να μεν ζουν σε έναν άλλο κόσμο, αλλά πάντα μέχρι να προσγειωθούν στην σκληρή πραγματικότητα. Ο Ν. τελικά συλλαμβάνεται, καταδικάζεται για κλοπή και τρώει έξι χρόνια. Στη στροφή αυτή ο Σ. μας επιφυλάσσει μια από τις ωραιότερες εικόνες που έχει πλάσει ποτέ: ο Ν. αποστασιοποιείται από την τρέλα του (την παρανομία; τις αυτοκαταστροφικές του τάσεις; Την αίσθηση της ασφυξίαςWink όχι γιατί φοβάται μήπως η τρέλα του τον βλάψει αλλά γιατί θέλει να προφυλάξει την τρέλα του, να την κρατήσει ασφαλή και αλώβητη σαν κάτι πολύτιμο, που τον κρατάει ζωντανό (αλήθεια, πέρα από το Ν. πόσοι δεν έχουμε νιώσει κάτι παρόμοιοWink. Ετοιμάζεται να φτιάξει μάλιστα και τη ζωή του, όμως για το Κράτος είναι η κατάλληλη ευκαιρία: ευάλωτος, από αριστερή οικογένεια, με λερωμένο το ποινικό μητρώο και οικονομικά προβλήματα, είναι το ιδανικό άτομο για να γίνει πληροφοριοδότης της Αστυνομίας, «καρφί» αν θέλετε. Κι αυτός αρνείται!
Κάτι τέτοιο δεν περνά έτσι για το βαθύ Κράτος της εποχής εκείνης. Ο Σ. μας δίνει με τη φράση «η βαθιά λύσσα των υπογείων τους» μια αξιοθαύμαστα πυκνή περιγραφή της βίας, της αυταρχικότητας και της μυστικότητας με τις οποίες λειτουργούσαν τότε οι μηχανισμοί –κρατικοί και παρακρατικοί. Δεν τους ξεφεύγει ούτε στην επαρχία όπου τρώει της χρονιάς του και σαν να μην τους φτάνει αυτό βάζουν το χεράκι τους για να μη γίνει και ο επικείμενος γάμος του. Ο Ν. πλέον φαίνεται ότι είναι ορκισμένος εχθρός του Κράτους και ιδιαίτερα των ένστολων εκπροσώπων του και αντιστρόφως.
Και τι ήταν αυτό που τον κράταγε ζωντανό; Τι τον ανέβαζε πλέον; Να πηγαίνει σε αμφιβόλου φήμης ξενυχτάδικα και να βλέπει το αδερφάκι του το Δήμο να χορεύει μόνο του στην πίστα, το ζεϊμπέκικο που είχαν παραγγείλει. Νόμος άγραφος στους χώρους αυτούς η «παραγγελιά» να χορεύεται μόνο από αυτόν που τη ζήτησε. Όποιος τον παρέβαινε, πήγαινε γυρεύοντας καβγάδες…«Ν' ακούω,» έλεγε, «τα λόγια, την φωνή, και τ' αδελφάκι μου υψωμένο να το κοιτάω στον χορό του μοναχό, και κάτι να παθαίνω». Σα να τον βλέπω μπρος μου να παθαίνει αυτό το κάτι ακούγοντας σπουδαία ζεϊμπέκικα από αδιάφορες ίσως φωνές και βλέποντας ταυτόχρονα τον αδερφό του να χορεύει…
Μέχρι εδώ το τραγούδι μας έχτισε το προφίλ του Νίκου. Ποιος ήταν, τι έκανε, πώς έγινε αυτός που ήταν. Ένας άνθρωπος στα όρια, ένας άνθρωπος που «λίγο θέλει.» Μια ζωή που δείχνει να προετοιμάζει το κακό που τελικά θα συμβεί. Και όλα αυτά με συντομία, ευθύτητα και αμεσότητα. Μουσική υπόκρουση μόνο μια κιθάρα αρχικά που σιγά-σιγά συνοδεύεται και από τα άλλα όργανα –όχι ακόμα όμως από το μπουζούκι, που πρωτοεμφανίζεται εδώ, πριν από τη σκηνή του δράματος για να μας εισάγει στο κλίμα ενός σκυλάδικου κάποιο Σαββατόβραδο με το κέφι να έχει ανάψει και τα σπασμένα πιάτα να έχουν γεμίσει την πίστα (σε όποιους αρέσει το μπουζούκι και δεν έχουν ακούσει τον Πολυκανδριώτη στο τραγούδι αυτό έχω να πω ότι χάνουν μερικά από τα ωραιότερα σόλο μπουζουκιού σε ελληνικό τραγούδι).


Νίκο, σκυλάδικο Σαββάτο
Νίκο, σπασίματα γεμάτο


Τέσσερις στροφές. Τέσσερις στροφές αρκούν για να αποδοθεί όλη η ένταση και η φρίκη ενός από τα πιο σοκαριστικά εγκλήματα της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Τα αδέρφια παραγγέλλουν τραγούδι (σημ: τις «Βεργούλες»). Ο Δήμος σηκώνεται να χορέψει, αλλά η πίστα δεν έχει αδειάσει από τους άλλους θαμώνες. Φωνάζει (ο Νίκος; Ο ΔήμοςWink «Παραγγελιά!» γιατί νιώθει το «κακό» να έρχεται γοργά (τι μεταφορά! «με δρασκελιές να πλησιάζει») και η πίστα αδειάζει. Όχι τελείως όμως…Δύο αστυνομικοί που ξέρουν τα αδέρφια εξακολουθούν να χορεύουν επιδεικτικά στην πίστα αγνοώντας τους. Ο Δήμος τους σπρώχνει και τους ζητά το κομμάτι του. Εκείνοι τον ρίχνουν κάτω και τον σέρνουν στα σπασμένα πιάτα. Αυτό ήταν. Ο Νίκος θολώνει. Όλη τους η ζωή περνάει μπρος του και η τρέλα του χάνει κάθε λογικό αποκούμπι εκείνη τη στιγμή.
Η στροφή «Έξω απ’ την τρέλα…» είναι συγκλονιστική. Ο Ν. μανιάζει γιατί δεν του απομένει να κάνει τίποτα άλλο. Η φρίκη είναι εδώ. Ο εχέφρων άνθρωπος εξαφανίζεται. Ο δημιουργός μόλις που μπορεί να ψελλίσει την αδυναμία του να περιγράψει αυτό που συνέβη στα έγκατα της ψυχής του φονιά. Έξω από την τέχνη δεν έχει κάτι να πιαστεί και το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να χρησιμοποιήσει εικόνες που φέρνουν ίλιγγο, πνευματικό και συναισθηματικό: « προβολέα των σκοταδιών του», «φρικαλέα ατραξιόν», «χώρο του αοράτου.»
Και το φονικό αρχίζει. Ο Ν. τραβά το σουγιά και βαρά όπου να ‘ναι, στο ψαχνό. Χτυπά και ξαναχτυπά τυφλωμένος. Τρεις νεκροί, έξι τραυματίες…Το κέντρο μετατρέπεται σε σφαγείο και φεύγοντας ο μακελάρης θυμάται να (παρα-) μιλήσει με μια απίστευτη τρυφεράδα στον αδερφό του: «Εσένα δε θα σε πειράξουν».
Η περιγραφή του φονικού τοποθετείται ακριβώς στο κέντρο του τραγουδιού, τόσο σε επίπεδο μορφής, αφού προηγείται και έπεται ο ίδιος αριθμός στροφών και στίχων, όσο, κυρίως, σε επίπεδο σημασίας, αφού είναι το κομβικό σημείο στη ζωή του Ν. Σε αυτό οδηγούσε όλη του η ζωή ως τότε και αυτό είναι η αφετηρία για την οριστική και αμετάκλητη αλλαγή της.


Νίκο, σόι αλλοπαρμένο
Νίκο, τι έχεις καμωμένο;


«Τι έχεις καμωμένο;» τον ρωτάμε και εκείνος, καθώς συνέρχεται σιγά σιγά, φαίνεται να συνειδητοποιεί τι έχει κάνει. Αφαίρεσε ζωές και πρέπει να πληρώσει με το ίδιο νόμισμα· αυτό του υπαγορεύει ο δικός του ιδιότυπος κώδικας τιμής. Ξέρει όμως τι τον περιμένει αν πέσει στα χέρια της αστυνομίας και αποφασίζει να «φύγει» όπως θέλει ο ίδιος. Σκέφτεται να ανοιχτεί στη θάλασσα και να τον πνίξουν τα κύματα. Τελικά το σχέδιό του δεν πραγματοποιείται γιατί το ανθρωποκυνηγητό της αστυνομίας τον εντοπίζει. Οι αστυνομικοί τον περικυκλώνουν και ο Ν. βγάζει το μαχαίρι του. Κρατώντας όπλο οι αστυνομικοί μπορούν να τον πυροβολήσουν και να τελειώσει εκεί η ιστορία. Αυτό αποζητά το κυνηγημένο αγρίμι και απ’ αυτό γραπώνεται πλέον η λογική του. Προσέξτε τη φράση: «κρεμόταν η ζωή του από ένα νήμα που δε θα ‘δινε σ’ αυτούς.» Μην είναι τάχα αυτό ακριβώς που αποζητούσε ο Ν. από τα παιδικά του χρόνια; Να πάρει επιτέλους ο ίδιος τον έλεγχο της ζωής του που βρισκόταν πάντα στα χέρια ή στα πόδια ή στα στόματα των άλλων; Ή τουλάχιστον, αφού δε μπόρεσε να ελέγξει τη ζωή του, να κρατήσει ο ίδιος το ψαλίδι που θα κόψει το νήμα της;
Η τραγωδία όμως έχει παιχτεί νωρίτερα εκείνη τη νύχτα και πλέον έχει αποχωρήσει αφήνοντας τη θέση της στην παρωδία. Ο Ν. δεν πέφτει σαν «άντρας», όπως θα όριζε την έννοια εκείνος, αλλά σέρνεται σαν πληγωμένο σκυλί, καθώς οι αστυνομικοί κάνοντας μια φορά –γιατί ειδικά αυτή τη φορά;- αυτό που ακριβώς προβλέπεται στις περιπτώσεις αυτές τον πυροβολούν στα πόδια και ένας ταβερνιάρης έρχεται να ολοκληρώσει τη δουλειά τους για να πέσει επιτέλους στα χέρια τους ο φονιάς.
Η δίκη του αρχίζει σύντομα και όπως είναι επόμενο στα μάτια του κόσμου με τη βοήθεια των εφημερίδων ο Ν. παρουσιάζεται σαν ένα «αιμοβόρο κτήνος», μα δεν είναι μόνο αυτοί που τον στέλνουν δια μιας στα Τάρταρα. Το ίδιο εύκολα τον «καταδικάζουν» και πολλοί προοδευτικοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες που δεν μπορούν να καταλάβουν, που δεν μπορούν να τον εντάξουν πουθενά. Βλέπουν και αυτοί -παρά τον «προοδευτισμό» τους- με έναν συγκεκριμένο τρόπο τον κόσμο και την κοινωνία και σε αυτή την οπτική δε χωράνε άνθρωποι σαν το Ν. -πολύ περισσότερο μάλιστα όταν κάνουν πράγματα σαν το έγκλημά του. Το ανεξήγητο, το ανένταχτο, το ξένο πάντα βιώνεται ως απειλή από τον οποιονδήποτε. Τι να καταλάβουν οι φτωχοί…
Ρώτησαν και λαϊκούς τραγουδιστές μια και το φονικό είχε γίνει σε λαϊκό κέντρο, αλλά κι αυτοί τον καταδικάζουν μετά βδελυγμίας. Φυσικό είναι· το λαϊκό τραγούδι δεν πρέπει να συνδεθεί ούτε για μια στιγμή με έναν άνθρωπο που έφτασε στα άκρα τους κώδικες αυτής της κουλτούρας, αυτού του χώρου. Υπάρχει ένα άγχος να μην συνδεθεί το λαϊκό τραγούδι με τέτοιου είδους συμπεριφορές. Μονάχα ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, λαϊκός τραγουδιστής με αριστερό παρελθόν, υποψιασμένος και περισσότερο γνώστης των καταστάσεων ή ίσως αντιδρώντας ενστικτωδώς, δε δέχεται να συμπράξει μαζί τους και λέει στο δημοσιογράφο που τον ρωτά: «Πού να σου εξηγώ…», αφήνοντας ανείπωτη και μετέωρη τη φράση που συνήθως ακολουθεί: «Σάμπως θα καταλάβεις;»
Για μάρτυρες υπεράσπισης ούτε λόγος βέβαια… Το αφεντικό και η νοικοκυρά του απλά μιλούν μπας και ελαφρύνουν τη θέση του, προφανώς αναφέροντας θετικές πλευρές του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς του, ενώ οι δικηγόροι παίζουν το χαρτί της «ψυχικής ανωμαλίας», της τρέλας, της μανίας. Μάταια όμως…


Νίκο, χωριό συσκοτισμένο
Νίκο, ποιοι σ' έχουν κυκλωμένο;


«Πρέπει να πεθάνω!» Μα τι συμβαίνει; Το αναίσθητο κτήνος ζητά την τιμωρία του; Όχι, το παιχνίδι δεν παίζεται έτσι! Πρέπει να παραμείνει μέχρι το τέλος πωρωμένος και να εκλιπαρεί για επιείκεια… Η δήλωσή του είναι τόσο εξωπραγματική που περνά έτσι, χωρίς να της δώσει κανείς σημασία. «Υπερασπιστικά τεχνάσματα!» «Φτηνοί συναισθηματικοί εκβιασμοί!»… Ο Ν. το πιστεύει όμως. Το μόνο που θέλει –συγχωρείστε τον για την αδυναμία του- είναι να διηγηθεί τη ζωή του, να δείξει πώς έφτασε ως εδώ, ως τη στιγμή που ζητά το θάνατό του. Του κάκου… Είναι σα να μιλά σε κουφούς. Δε ζητά αθώωση, ζητά δικαιοσύνη, αλλά η τυφλή Θέμιδα έχει πάρει φαίνεται το μπαστούνι της και παραπαίει τρεκλίζοντας έξω από το δικαστικό μέγαρο. [Οι φράσεις στις αγκύλες δεν ακούγονται στο τραγούδι, αφού η λογοκρισία της εποχής ζήτησε την αφαίρεσή τους… είπαμε, ελευθερία έκφρασης, αλλά όχι και να λέμε ό,τι θέλουμε για τη δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της! Στη θέση τους στο τραγούδι υπάρχουν κάποιοι ήχοι σαν κι αυτούς που ακούγονται όταν βάζουμε να παίξει πολύ γρήγορα ένα ηχητικό απόσπασμα. Αν κάποιος γυρίσει ανάποδα το βινύλιο ή έστω παίξει με κάποιο πρόγραμμα ανάποδα το σημείο αυτό στον Η/Υ, θα ακούσει τις φράσεις που κόπηκαν, καθώς και αποσπάσματα από κάτι που μοιάζει με παιδικό παραμύθι με φράσεις όπως «Βρισκόμαστε στη Φαρμακοχώρα κι εγώ είμαι η Ασπιρίνη, ίσως να με έχετε ακουστά», και επίσης φράσεις από τηλεοπτικά ή ραδιοφωνικά προγράμματα και διαφημίσεις].
Η καταδίκη είναι αυτονόητη και δεν αναφέρεται καν (εξάλλου όλοι ξέρουν την απόφαση).Ο Ν. λοιπόν κλείνεται στη φυλακή. Στέλνει γράμματα και αυτό που φαίνεται είναι ότι η «φυλακή» που ήταν μέχρι τότε ολόκληρη η ζωή του έχει απλά αποκτήσει και τέσσερις τοίχους.

Στο σημείο αυτό τελειώνει η αφήγηση της ιστορίας του Ν. Ο Σαββόπουλος όμως δε μένει εκεί. Θέλει να σχολιάσει και ο ίδιος άμεσα ό,τι συνέβη και τότε το τραγούδι απογειώνεται. Όλα τα όργανα μπαίνουν δυναμικά στο παιχνίδι, η ένταση ανεβαίνει και ο λόγος του γίνεται λυρικός αγγίζοντας πλέον την ποίηση. Οι λέξεις και οι φράσεις ανεβοκατεβαίνουν σα σφυριά, η μια μετά την άλλη, στο ρυθμό του ζεϊμπέκικου, προσπαθώντας να εντυπωθούν μέσα μας τόσο με τον ήχο τους όσο και με το σημασιολογικό φορτίο που μεταφέρουν. Κάθε φράση είναι συγκλονιστική, κάθε στίχος κόβει την ανάσα. Ακούστε τις τελευταίες στροφές του τραγουδιού ή διαβάστε τις δυνατά και προσέξτε το ηχητικό αποτέλεσμα. Το τραγούδι σταδιακά απογειώνεται για να φτάσει τελικά στον ουρανό της μουσικής –όχι μόνο του Νίκου αλλά σε εκείνον τον κόσμο που οι λέξεις μοιάζουν με πυροβολισμούς και οι νότες με κανονιές, σε έναν κόσμο που όλοι είμαστε επιτέλους ελεύθεροι:


Νίκο, ποτέ δεν θα 'ναι έτσι.
Νίκο, είν' η αρρώστια που μας σώζει
καθώς σε φέρνει πιο μακριά κι απ' το κελί σου,
Νίκο, στον ουρανό της μουσικής σου.


……………………………………………………………………………………………………………..

Έγραψα πολλά και φορτίστηκα και πάλι όπως πριν 11 χρόνια όταν πρωτοάκουγα το τραγούδι αυτό. Ίσως είπα πολλά, ίσως παρέλειψα άλλα, ελπίζω όμως να μετέδωσα έστω και λίγα από τα όσα νιώθω κάθε φορά που το ακούω και πάλι. Αντί επιλόγου, επειδή κάποιοι μπορεί να αντιδράσουν ή να παρανοήσουν, θα ήθελα να θυμηθώ κάτι ιδιαίτερα ταιριαστό με την περίσταση που είπε ένας από τους μεγαλύτερους και πιο παρεξηγημένους φιλοσόφους, ο Μπαρούχ Σπινόζα: «αντί να περιγελάσω, να οικτίρω ή να καταραστώ της ανθρώπινες πράξεις μερίμνησα με ιδιαίτερη φροντίδα να τις κατανοήσω».



Ευχαριστώ όσους είχαν το κουράγιο να φτάσουν μέχρι εδώ και δεν έπεσαν από εξάντληση ήδη :-Ρ . Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον καλό μου φίλο τον Αποστόλη από τα Γρεβενά (Mythos) που συζήτησε μαζί μου διάφορα σημεία του τραγουδιού και μου έστειλε αποκρυπτογραφημένο το ηχητικό απόσπασμα από το λογοκριμένο κομμάτι.


(Απο το διαδυκτιο)



Σημερα ο Νικος πουλαει το βιβλιο του και "αλλαζει" μερικες κουβεντες καθημερινα εξω απο το Σχολη Ευελπιδων και Σαββατοκυριακο καπου στο
Μοναστηρακι....




Παραγγελιά....
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος MSN Messenger
rironi



Ένταξη: Aug 23, 2007
Δημοσιεύσεις: 238


ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Πεμ Αύγ 28, 2008 2:37    Θέμα δημοσίευσης: . Απάντηση με παράθεση αυτού του μηνύματος

Λιμπρις συγχαρητηρια και σε ευχαριστω για τον κοπο που εκανες..
Επιστροφή στην κορυφή
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών Αποστολή προσωπικού μηνύματος
Επισκόπηση όλων των Δημοσιεύσεων που έγιναν πριν από:   
Δημοσίευση νέας  Θ.Ενότητας   Απάντηση στη Θ.Ενότητα    GrLove.Com Αρχική σελίδα -> Μουσικές Αναζητήσεις Όλες οι Ώρες είναι GMT + 2 Ώρες
Σελίδα 1 από 1

 
Μετάβαση στη:  




Powered by phpBB © 2001, 2008 phpBB Group
Forums ©

Γνωριμίες και Chat
Γνωριμίες και Chat - Gnorimies, Greek Dating

Copyright © GrLove.Com 2005-2009
Γνωριμίες, Chat, Gnorimies, Greek Dating

Απαγορεύεται η χρήση του περιεχομένου του GrLove.Com, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη. Τα κείμενα που δημοσιεύονται στο GrLove.Com είναι διαθέσιμα μόνο σε RSS / XML μορφή.
Φιλικά Links

PHP-Nuke Core © 2008 by Francisco Burzi. It is under the GPL. For details, see the license.
Αναπαραγωγή Σελίδας: 0.28 Δευτερόλεπτα