Δημοσιεύθηκε: Τρι Αύγ 26, 2008 20:08 Θέμα δημοσίευσης: Αφιερωμένο στον δικό μου Παράδεισο...
1.
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ
1η Πράξη
ΧΩΡΟΣ: Κάπου δίπλα στη θάλασσα
ΠΡΟΣΩΠΑ: Ένας άντρας και μια γυναίκα
ΧΡΟΝΟΣ: Κάποτε στο παρελθόν
ΑΝΤΡΑΣ: Το καπέλο αυτό πρέπει να είναι δικό σας (της δίνει το καπέλο).
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι. (το παίρνει) Σας ευχαριστώ.
Α: Μα δεν έκανα κάτι για να μ’ ευχαριστείτε. Ο καθένας στη θέση μου το ίδιο θα έκανε.
Γ: Εγώ θα αδιαφορούσα στη θέα ενός καπέλου που το παίρνει ο άνεμος.
Α: Εγώ όχι. Ούτε στη θέα των μαλλιών σας. Κι αυτά δεν αντιστάθηκαν στον άνεμο.
Γ: Και πάλι σας ευχαριστώ.
Α: Θέλετε να φύγω;
Γ: Από πού; Δεν είσθε στο σπίτι μου.
Α: Εννοώ μήπως σας ενοχλώ.
Γ: Δεν μ’ ενοχλείτε καθόλου. Ίσα – ίσα , χαίρομαι που μπορώ να πω δυο κουβέντες με κάποιον.
Α: Ωραία, γιατί δε μου αρέσει να ενοχλώ.
Γ: Γιατί δε μου συστήνεστε;
Α: Θέλετε να μιλάμε στον ενικό;
Γ: Όχι. Θεωρώ αγένεια τη χρήση του σε ανθρώπους που μόλις γνωρίστηκαν.
Α: Συγνώμη.
2.
Γ: Μ’ αρέσει ν’ αποχαιρετώ το καλοκαίρι κοντά στη θάλασσα.
Α: Εμένα δε μου αρέσουν οι αποχαιρετισμοί.
Γ: Γιατί;
Α: Μου υπενθυμίζουν την απώλεια.
Γ: Ποια απώλεια;
Α: Την απώλεια. Χάνεις αυτόν που αποχαιρετάς.
Γ: Ναι, αλλά το καλοκαίρι θα ξανάρθει.
Α: Ο αποχαιρετισμός όμως παραμένει.
Γ: Εσείς αν επιτρέπετε, τι ήρθατε να κάνετε εδώ στην ερημιά;
Α: Τίποτα.
Γ: Τίποτα; Γιατί ήρθατε;
Α: Μου αρέσει να κοιτώ τη θάλασσα. Με ηρεμεί.
Γ: Κάποιες στιγμές, είναι κι αυτή αγριεμένη.
Α: Την αποζητώ ανάλογα με τη δική μου διάθεση, όχι με τη δική της.
Γ: Και σας ηρεμεί ακόμα και όταν είναι αγριεμένη;
Α: Ασκεί πάντα μια γοητεία επάνω μου.
Γ: Δείχνετε ρομαντικός.
Α: Νομίζω στην εποχή μας, είναι αναχρονιστικός ο ρομαντισμός.
Γ: Δεν το πιστεύω αυτό.
Α: Αλήθεια; Πολύ περίεργο.
Γ: Όλοι αμύνονται στο ρομαντισμό ως τη στιγμή που θα τον βιώσουν.
Α: Μακάρι να είναι έτσι.
Γ: Γιατί; Πιστεύετε ότι τον έχουμε ανάγκη στη ζωή μας;
Α: Όταν ήμουν μικρός, ονειρευόμουν, όταν θα μεγαλώσω, να ζω μόνιμα στη θάλασσα. Πίστευα ότι στο βυθό, κρύβεται ένας άλλος κόσμος, καλά κρυμμένος για τους περισσότερους, αλλά και ότι υπάρχει ένα κλειδί που σου επιτρέπει την είσοδο σ’ αυτόν.
3.
Γ: Όλα τα πράγματα στο βυθό, δείχνουν αθώα. Δεν είναι όμως οικεία. Εκτός από τα κοχύλια. Εμένα μου άρεσε να μαζεύω κοχύλια. Μόνο όμως από το βυθό. Ποτέ από την παραλία. Πίστευα ότι αυτά δεν είχαν καμία αξία γιατί τα είχε διώξει η ίδια η θάλασσα.
Α: Έτσι είναι. Εγώ προσπαθούσα να κρατήσω την αναπνοή μου όσο γίνεται περισσότερο. Κάποια φορά, το κατάφερα για ένα ολόκληρο λεπτό. Ήμουν πολύ χαρούμενος.
Γ: Να υποθέσω ότι αναζητούσατε κάποια γοργόνα;
Α: Όχι, ποτέ. Τη γυναίκα μου, θα ήθελα να την είχα βρει έξω απ’ τη θάλασσα.
Γ: Δεν τη βρήκατε;
Α: Όχι, την αναζητώ ακόμη.
Γ: Η αναζήτηση έχει ένα μεγαλείο. Προσδίδει έναν σκοπό.
Α: Θέλετε να πιούμε κάτι μαζί;
Γ: Δε θέλω να φύγω απ’ τη θάλασσα.
Α: Δε θα φύγουμε. Υπάρχει εδώ κοντά ένα συμπαθητικό ταβερνάκι. Πηγαίνω συχνά και αγναντεύω τη θάλασσα. Δεν το έχει ανακαλύψει πολύς κόσμος κι έτσι είναι πάντα ήσυχα.
Γ: Ίσως κάποια άλλη στιγμή. Δε θα μείνω για πολύ ακόμη.
Α: Θα σας περιμένουν στο σπίτι.
Γ: Είμαι εντελώς μόνη.
Α: Λυπάμαι.
Γ: Μα γιατί; Η μοναξιά είναι μια δοκιμασία, που όλοι αργά ή γρήγορα πρέπει να την περάσουμε.
Α: Γιατί άραγε να πρέπει να περνάμε δοκιμασίες που μας μελαγχολούν;
Γ: Γιατί έτσι πρέπει να γίνεται. Μέσα από τη θλίψη γνωρίζουμε καλύτερα τον εαυτό μας.
Α: Αυτό είναι το ζητούμενο;
Γ: Το μέσον θα έλεγα για να γνωρίσουμε τον κόσμο γύρω μας. Για σκεφτείτε. Αν δεν είχατε συλλάβει το μεγαλείο του ονείρου σας, θ’ αποζητούσατε τόσο συχνά τη θέα της; Θα
4.
ταξιδεύατε νοερά στο απέραντο μπλε γοητευμένος από τη μαγική επιρροή της που κάπου βαθειά μέσα σας σας φόβιζε συνάμα;
Α: Με ξαφνιάζετε και συγχρόνως με γοητεύετε όπως εκείνη.
ΓΑποτρέπει το βλέμμα της από εκείνον)…
Α: Πώς να εισπράξω τη σιωπή σας;
Γ: Μην κουράζετε το μυαλό σας. Πάρτε τα πράγματα όπως έρχονται.
Α: Μια στυγνή παραδοχή λοιπόν;
Γ: Είστε παράξενος. Σας αρέσει μάλλον να δίνετε μια γρήγορη ερμηνεία σε όλα.
Α: Ίσως να έχετε δίκιο. Δεν έχω καταφέρει όμως να ερμηνεύσω πολλά από αυτά που κατακλύζουν το μυαλό μου.
Γ: Όπως;
Α: Το θάνατο. Είναι από τα λίγα ανεξερεύνητα κομμάτια της ύπαρξης που δεν τολμώ ν’ αγγίξω διόλου.
Γ: Όλα κάποια στιγμή μεταμορφώνονται από τρομακτικά και απρόσιτα σε βασανιστικά οικεία.
Α: Μιλάτε σα να έχετε βιώσει αυτή την παράξενη μεταμόρφωση.
Γ: Μιλάτε σα να προσπαθείτε να με ξεδιπλώσετε σαν την απέραντη θάλασσα, μπροστά σας.
Α: Έχετε κάτι επάνω σας που μου θυμίζει εκείνη. Η εικόνα σας στα μάτια μου, γίνεται ένα μ’ αυτήν. Κι ο άνεμος ο ίδιος μπερδεύεται και μαζί με την αρυτίδωτη επιφάνειά της, ανακατεύει και τα μαλλιά σας.(τα αγγίζει)
Γ: (κάνει δυο βήματα μακριά του σα να προσπαθεί ν’ αποφύγει την επαφή) Κοιτάξτε, ο ήλιος γλιστρά με μια μαγική δεξιοτεχνία προς την αγαπημένη σας. Σα να επιδιώκει να βυθιστεί για πάντα μέσα της. Δεν τον ζηλεύετε;
Α: Με αποφεύγετε.
Γ: Με φοβίζετε. Εξ άλλου σε λίγο σκοτεινιάζει. Θα πρέπει να φύγω.
5.
Α: Μα γιατί; Δε σας περιμένει κανείς.
Γ: Γιατί θέλετε να μου το θυμίζετε;
Α: Μα απ’ ότι κατάλαβα, δε σας ενοχλεί αυτό.
Γ: Η απώλεια όμως είναι πάντα παρούσα. Εσείς το είπατε.
Α: Μ’ αιφνιδιάζετε. Είστε τόσο απρόσιτη.
Γ: Δε σας τρομάζει το ενδεχόμενο μιας αιφνίδιας μεταμόρφωσης από το τρομακτικά άγνωστο στο βασανιστικά οικείο;
Α: Αφήστε με να σας αγγίξω τα μαλλιά. Επιτρέψτε μου έστω για μια στιγμή ,να πραγματοποιήσω το παιδικό μου όνειρο και να βυθιστώ στο απέραντο γαλάζιο της.
Γ: Δε σας τρομάζει λοιπόν ένα ταξίδι στο άγνωστο;
Α: Που μπορεί να μεταμορφωθεί σε βασανιστικά οικείο;
Γ: Δανείζεστε τα λόγια μου; Ας πούμε ότι είναι έτσι.
Α: Όχι.
Γ: Κι αν ο βυθός της σας κρατήσει για πάντα εκεί;
Α: Θα έχω γνωρίσει καλύτερα ένα κομμάτι του ίδιου μου του εαυτού.
Γ: Βλέπετε τα φωτάκια απέναντι;
Α: Ναι. Είναι τα γρι-γρι από την απέναντι όχθη. Σημάδι ότι ο καιρός θα είναι καλός.
Γ: Σπάνε το απόλυτο σκοτάδι.
Α: Δείτε τα πράγματα πιο αισιόδοξα. Δεν είναι παρά μια απλή συντροφιά στην περιπλάνησή μας.
Γ: Κι ο παφλασμός των κυμάτων δίνει το ρυθμό.
ΑΤης πιάνει το χέρι) Αφήστε με να σας παρασύρω σ’ αυτή την περιπλάνηση.
Γ: Μα δε σας γνωρίζω καν.
Α: Είναι ουτοπία να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να γνωρίσει τόσο εύκολα και άκοπα τον άλλον.
Γ: Τώρα φαίνεστε εσείς απαισιόδοξος.
Α: Και σεις απελπιστικά βιαστική.
Γ: Μα ούτε τ’ όνομα σας , γνωρίζω.
6.
Α: Τι νόημα θα είχε; Αρκεί που αγναντεύουμε μαζί τη θάλασσα.
Γ: Αλλά με διαφορετικό όραμα ο καθένας.
Α: Τι σημασία έχει;
Γ: Μπορεί να έχετε δίκιο.
Α: Έχετε προσπαθήσει ποτέ να μετρήσετε τ’ αστέρια;
Γ: Κάνετε σαν παιδί. Πώς είναι δυνατόν κανείς να μετρήσει τ’ αστέρια;
Α: Όλοι μέσα μας κρύβουμε ένα παιδί. Πόσο διαφορετικοί θα ήμασταν αν το παραδεχόμασταν αβίαστα.
Γ: Από μικρή βιαζόμουν να μεγαλώσω. Μέτραγα τις εποχές που περνούσαν και ένιωθα κάθε φορά και πιο σπουδαία. Στο τέλος κάθε καλοκαιριού, αφήνοντας πίσω τις χαρούμενες μέρες και διακρίνοντας τη μελαγχολική νότα του φθινοπώρου, ένιωθα όλο και πιο κοντά στο στόχο μου.
Α: Που ήταν;
Γ: Να πετάξω ελεύθερη πια με τα δικά μου φτερά.
Α: Κι όταν το καταφέρατε, τι νιώσατε;
Γ: Μια πρωτόγνωρη μοναξιά.
Α: Πάντα βιαστική λοιπόν.
Γ: Γιατί λέτε πάντα; Πώς γνωρίζετε πώς μπορεί να είμαι τώρα;
Α: Σας προδίδει το βλέμμα σας. Είστε εδώ μαζί μου και συνάμα η σκέψη σας τρέχει στο μετά. Στη στιγμή που θα εγκλωβιστείτε πάλι στο ασφαλές κλουβί της μοναξιάς σας.
Γ: Αυθαίρετα συμπεράσματα…
Α: Από κάποιον άγνωστο. Σωστά;
Γ: Ακριβώς.
7.
Α: Μα γιατί αντιστέκεστε στη μοίρα; Όλα στη ζωή μας είναι άγνωστα και την ίδια στιγμή τρομακτικά οικεία. Πιστεύετε ότι η αποψινή μας συνάντηση θα μπορούσε να αποφευχθεί; Λάθος. Κάποια στιγμή θα πρέπει να παραδεχτούμε την ασημαντότητά μας, να παραμερίσουμε το εγώ μας και να εναρμονιστούμε με το σύμπαν. Επιλογές πάνω στο αρχικό σχέδιο πάντα υπάρχουν. Όπως τώρα για παράδειγμα που θα
γείρω προς το μέρος σας και θα σας δώσω ένα και μοναδικό φιλί στο μάγουλο. Μπορείτε να το δεχτείτε πρόθυμα ή αν δεν το αντέχετε, να φύγετε τρέχοντας, λησμονώντας μια για πάντα αυτή τη συνάντηση. Μην ξεχνάτε ποτέ όμως ότι πίσω από κάθε επιλογή, ξεδιπλώνεται ένα καινούργιο μονοπάτι.
(Ακουμπά απαλά τα χείλη του στο μάγουλό της. Εκείνη δε σαλεύει. Αυτός περνά την παλάμη του πάνω από τα μαλλιά της)
Γ: Όλη μου η ζωή μια περίεργη σύνθεση από μικροσκοπικά ανόμοια κομματάκια. Πολύ μικρή ήρθα αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο της απώλειας. Μιας καθοριστικής απώλειας. Κι όταν αυτή έγινε μια αναπόφευκτη πραγματικότητα, κλήθηκα να σβήσω μ’ ένα σφουγγάρι από τον πίνακα της παιδικής μου αθωότητας, στιγμές ανέμελης ύπαρξης πιτσιλισμένες από πολύχρωμες πινελιές παιδικών και εφηβικών ονείρων.. Το μάθημά μου θα το έπαιρνα μέσα από ατελείωτες και αβάσταχτες ώρες μοναξιάς. Μια διαδικασία επίπονη αλλά ,αν το πιστεύεις, πολύ αποτελεσματική. Μέσα από τον πόνο έρχεται η συνειδητοποίηση και η γνώση. Τώρα πια, τα μοναχικά μου βήματα, πολλές φορές με οδηγούν σε κάποια ακρογιαλιά ή κάποιον απόκρημνο βράχο, ν’ αγναντεύω με μια κρυφή ζήλεια την απεραντοσύνη της.
Α: Νιώθεις πια ότι με γνωρίζεις. ¶λλαξες τον τρόπο που μου μιλάς. Όλα δείχνουν πιο οικεία. Το αισθάνεσαι και συ; Τα
8.
βήματά σου ήξεραν καλά πού σε οδηγούσαν.. Εδώ σ’ αυτό το σημείο συνάντησης, έχεις την ευχέρεια της επιλογής. Αν θα συνεχίσεις την πορεία μόνη ή αν θα επιλέξεις να σε συντροφεύσει κάποιος συνοδοιπόρος.
Γ: Με ξαφνιάζεις .
Α: Μα γιατί; Όλοι λίγο πολύ μοιάζουμε. Μην ξεγελιέσαι από εικόνες επιδέξια φτιαγμένες. Πίσω από τα φανταχτερά χρώματα, υπάρχει πάντα μια ιδιαίτερη και μοναδική ιστορία.
Γ: Όμως φαίνεσαι ευτυχισμένος.
Α: Η ευτυχία είναι μια χίμαιρα που αν καταφέρει κανείς να την κατακτήσει, τελειώνει το ίδιο εύκολα όσο δύσκολα κερδίθηκε. Κι αυτό γιατί την αποζητούμε σε σπουδαίες καταστάσεις, ενώ μπορούμε να τη συναντήσουμε σ’ ένα βλέμμα, μια λέξη, μια στιγμιαία επαφή.
Γ: Όπως ένα άγγιγμα ανακατεμένων από τη βραδυνή αύρα μαλλιών;
Α: Ή ένα αθώο φιλί στο μάγουλο.
Γ: Μίλα μου για σένα. Κάνε με να σε γνωρίσω, έστω κι αν είσαι ένας άγνωστος, ονειροπόλος επισκέπτης μιας απόμερης ακρογιαλιάς στο τέλος του καλοκαιριού, έστω κι αν δε σε συναντήσω ποτέ ξανά.
Α: Μην πιστέψεις ποτέ ότι με γνώρισες, γιατί αυτό θα είναι ψευδαίσθηση. Οι λέξεις και οι εικόνες είναι πολύ φτωχές για να γνωρίσεις κάποιον ουσιαστικά. Πρέπει να νιώσεις, να πονέσεις, να κλάψεις, να γελάσεις, να αισθανθείς την ευτυχία να διαδέχεται τη δυστυχία και τ’ανάπαλιν , να μοιραστείς, να δώσεις και να πάρεις με την ίδια γενναιοδωρία, να χάσεις και να ξανακερδίσεις με το ίδιο μεγαλείο, για να πεις πως γνώρισες κάποιον.
Γ: Είσαι σοφός.
Α: Ένας απλός ποιητής είμαι. Από μικρός ξεγέλαγα την πραγματικότητα χαράσσοντας στο χαρτί ό,τι ξεχείλιζε την
9.
ψυχή μου. Έπλαθα ένα δικό μου κόσμο μέσα στον οποίον ήμουν αυθεντικός.
Ασυμβίβαστος και τις περισσότερες φορές αποστασιοποιημένος. Καταδίκαζα μέσα μου την ανελευθερία και υποσχόμουν στον εαυτό μου να είμαι πάντα ελεύθερος. Κι ελεύθερος ένιωθα γράφοντας. Για απλά
πράγματα, για πράγματα που καθημερινά αντικρίζουμε αλλά σπάνια εκτιμούμε. Αυτό είχε και το τίμημά του. Έζησα το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής μου μόνος. Αποζητώντας την παρηγοριά στα βαθειά νερά της. Αναζητώντας τη γοργόνα μου σ’ έναν κόσμο που δεν θα μπορούσα να τη βρω. Αφήνοντας τα ίχνη μου πλάι σε εκατοντάδες άλλα, σε βρεγμένες ακρογιαλιές.
Γ: ¶ρχισα να κρυώνω.
Α: Η ώρα είναι προχωρημένη. Σε λίγο θα χαράξει.
Γ: Το αεράκι έπεσε.
Α: ¶σε με να σου φορέσω το καπέλο.
Γ: ¶φησε με να στο χαρίσω. Δεν έχω τίποτε άλλο να σου δώσω.
Α: Μα δε μου χρωστάς κάτι.
Γ: Δυο κουβέντες, μια συντροφιά, μια παρουσία, αξίζουν ένα ευχαριστώ.
Α: Θα το κρατήσω για να μου θυμίζει την αποψινή βραδιά. Και πού ξέρεις; Μπορεί κάποιο άλλο απόγευμα στο τέλος κάποιου άλλου καλοκαιριού, ο ήλιος να σκιάζει τα μάτια σου και γω αθόρυβα σαν σε όνειρα να στο φορέσω συγκρατώντας τα ατίθασα μαλλιά σου που μπερδεμένος ο άνεμος θα έχει ανακατέψει.
Δημοσιεύθηκε: Σαβ Σεπ 20, 2008 17:00 Θέμα δημοσίευσης:
10.
2η Πράξη
ΧΩΡΟΣ: Σταθμός τρένου. Ένας άντρας κάθεται σ’ ένα παγκάκι και μια γυναίκα στην άλλη άκρη κρατώντας μια βαλίτσα, μοιάζει να περιμένει κάποιο τρένο.
ΧΡΟΝΟΣ: Κάπου στη μέση της διαδρομής
ΑΝΤΡΑΣ: Μ’ αρέσουν τα τρένα. Ο ρυθμικός ήχος τους ταυτίζεται με τους χτύπους της καρδιάς και με παρασύρει σ’ ένα άγνωστο ταξίδι, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
ΓΥΝΑΙΚΑ: Τα τρένα σε παίρνουν μακριά, πολλές φορές όταν δεν είσαι προετοιμασμένος για ένα τέτοιο ταξίδι.
Α: Για κανένα ταξίδι δεν είναι ποτέ κανείς αρκετά προετοιμασμένος.
Γ: Δε συμφωνώ. Υπάρχουν ταξίδια που τα προετοιμάζουμε καιρό πριν. Να, όπως τότε, την εκδρομή των τελειοφοίτων στο λύκειο.
Α: Ηλίθια εκδρομή, χωρίς νόημα. Πόσο βλακώδες είναι να προετοιμάζεις με τόση λαχτάρα και προσμονή ένα ταξίδι ίσα- ίσα για να πεις ένα αντίο.
Γ: Μισώ τους αποχαιρετισμούς. Πάντοτε μου προκαλούσαν ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά και μια στιγμιαία παράλυση στα μέλη.
Α: Ας μη γινόμαστε υπερβολικοί. Δεν υπάρχουν αποχαιρετισμοί. Στην πραγματικότητα είμαστε όλοι μόνοι. Αξιοθρήνητες μονάδες που δεν έχουν συλλάβει το νόημα της ύπαρξης τους και ματαιοπονούν, προσπαθώντας να
11.
ταυτιστούν με κάποιον, μέσα σε κοινωνικά σχήματα. Πώς είναι δυνατόν ν’ αποχαιρετίσεις κάποιον με τον οποίον δεν ήσουν ποτέ ουσιαστικά μαζί;
Γ: Ακούγεστε απελπισμένος.
Α: Ας γελάσω. Έτσι το ερμηνεύετε; Από πότε η συνειδητοποίηση μεταφράζεται σε απελπισία;
Γ: Θέλετε τσιγάρο;
Α: Ευχαριστώ. Δεν καπνίζω. Σας κάνει κακό. Δεν το αντιλαμβάνεστε;
Γ: Όχι περισσότερο από άλλες καταστάσεις.
Α: Τώρα ακούγεστε εσείς απελπισμένη.
Γ: Πολύ μετριοπαθής χαρακτηρισμός.
Α: Σας έχουν χαϊδέψει ποτέ τα μαλλιά;
Γ: Πολλές φορές. Η κόρη μου όταν ήταν μικρούλα, πίστευε ότι με τα εύθραυστα δαχτυλάκια της, θα μπορούσε να λύσει τους κόμπους που δημιουργούσε ο δυνατός βοριάς στα σκληρά μακριά μαλλιά μου.
Α: Κι εκείνος;
Γ: Για ποιον μιλάτε;
Α: Για κείνον που φεύγοντας σας προκάλεσε τη μεγαλύτερη ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά.
Γ: Με κοροϊδεύετε. Εσείς δεν είπατε ότι δεν υπάρχουν αποχαιρετισμοί;
Α: Υπάρχουν. Γι’ αυτούς όμως που δεν είναι προετοιμασμένοι να ζουν μόνοι.
Γ: Και πώς ξέρετε ότι εγώ είμαι μία από αυτούς;
Α: Το μαρτυρά η άκαμπτη στάση σας. Σα να προσπαθείτε να θωρακιστείτε ενάντια στα φαντάσματα που εσείς έχετε δημιουργήσει. Είναι η παρέα που πλάθουμε όταν δε μπορούμε ν’ αντέξουμε τη σιωπή μας. Τις περισσότερες φορές όμως, γίνονται οι στυγνότεροι επικριτές μας.
Γ: Αργεί πολύ το τρένο μου.
Α: Δε μου απαντήσατε. Εκείνος;
12.
Γ: Εκείνος τι;
Α: Σας έχει χαϊδέψει ποτέ τα μαλλιά;
Γ: Ναι, φυσικά. Αρκετές φορές. Εγώ όμως δεν ήμουν έτοιμη να το δεχτώ.
Α: Σας αρέσει να ταξιδεύετε με τρένο;
Γ: Μου προκαλεί μελαγχολία. Βλέποντας τις εικόνες να φεύγουν βιαστικά μέσα από τις κορνίζες των παραθύρων, είναι σα να κοιτώ τη ζωή μου να γλιστρά μέσα από τα δάχτυλά μου. Εσάς σας αρέσει;
Α: Δεν ταξιδεύω ποτέ με τρένο.
Γ: Μα προηγουμένως μου λέγατε ότι ο ρυθμικός ήχος του σας παρασύρει σ’ ένα άγνωστο ταξίδι χωρίς συγκεκριμένο προορισμό.
Α: Πολύ σωστά. Σ’ ένα ταξίδι που εγώ επιλέγω και όχι στο ταξίδι που αυτό πραγματοποιεί.
Γ: Δε σας καταλαβαίνω.
Α: Από αυτό το παγκάκι, μ’ αρέσει να παρατηρώ τους ανθρώπους ν’ αγωνίζονται να φτάσουν σ’ έναν προορισμό. Με συναρπάζει να προσπαθώ μέσα από μια ψευδαίσθηση να πνίξω ένα λυγμό καθώς παρακολουθώ το μάταιο ενός υποτιθέμενου αποχαιρετισμού. Και μετά από λίγα λεπτά, να παλεύω να χαλιναγωγήσω τον ενθουσιασμό και τη συγκίνηση που προκαλεί η θέα ενός αγαπημένου που επιστρέφει από ένα ανώφελο ταξίδι.
Γ: Ακούγεται παράξενο. Σα να ρουφάτε το μεδούλι από την ραχοκοκαλιά κάποιου άλλου.
Α: Όλοι φτιάχνουμε τα δικά μας φαντάσματα, με τη δική μας προσωπική συνταγή.
Γ: Μα νόμιζα ότι μου είπατε…
Α: Δε σας είπα τίποτα. Όλα μόνη σας τα φανταστήκατε.
Γ: Και κείνη;
Α: Δε σας επιτρέπω.
13.
Γ: Φοβάστε να εκτεθείτε; Πέστε μου λοιπόν. Της χαϊδέψατε ποτέ τα μαλλιά;
Α: Ναι. Στα όνειρά της. Αλλά δεν ήταν έτοιμη να το δεχτεί.
Γ: Και τι έκανε;
Α: Σάλευε με μια πρωτοφανή μαεστρία προκειμένου να γλιστρήσουν οι καστανές μπούκλες της από τα δάχτυλά μου.
Γ: Και σεις;
Α: Έμενα γι’ άλλη μια φορά μόνος.
Γ: Νόμιζα ότι δε σας φοβίζει η μοναξιά.
Α: Ποιος σας είπε ότι με φοβίζει; Με κάνει πιο δυνατό.
Γ: Έχετε κλάψει ποτέ;
Α: Αμέτρητες φορές. Βουβά. Χωρίς εξάρσεις και υποκριτικές υπερβολές.
Γ: Αν έρθει ξαφνικά το τρένο μου, θ’ αναγκαστώ να φύγω χωρίς να ολοκληρώσουμε τη συζήτησή μας.
Α: Αυτό το τρένο πάντα αργεί. Αφήστε τον εαυτό σας ελεύθερο. Ίσως να μη σας δοθεί ξανά η ευκαιρία.
Γ: Όταν ήμασταν παιδιά, ακουμπούσαμε το αυτί μας στις ράγες για να νιώσουμε τη δόνηση που προκαλεί το τρένο που πλησιάζει. Έτσι σιγουρευόμασταν ότι από στιγμή σε στιγμή θα φανεί.
Α: Σαν τη δόνηση που προκαλεί ο έρωτας σ’ ένα πριν λίγο παγωμένο σαν τη ράγα κορμί.
Γ: Με τι λόγια θα μπορούσε κανείς να αποδώσει τις μαγικές ιδιότητες του έρωτα;
Α: Με ψίθυρους. Μόνο με ψίθυρους. Στο λαιμό, στ’ αυτί ή στο στόμα του αγαπημένου.
Γ: Φαίνεσθε ρομαντικός. Αλήθεια, πόσες φορές της προσφέρατε άλικα τριαντάφυλλα;
Α: Καμία. Ήταν μια υπόσχεση που ποτέ δεν κράτησα.
Γ: Κρίμα. Είμαι σίγουρη ότι θα της άρεσε πολύ.
Α: Ίσως γι’ αυτό να μην το τόλμησα. Πάντα προτιμούσα να επικρατεί η αίσθηση του ανικανοποίητου.
14.
Γ: Ίσως έτσι να καλύπτατε τη δική σας ελλειμματική φύση.
Α: Γίνεστε σκληρή. Πώς μπορείτε να μιλάτε έτσι ψυχρά; Έχετε αφουγκραστεί ποτέ το λυγμό που προκαλεί η μαχαιριά των λόγων σας;
Γ: Δε μου δόθηκε η ευκαιρία. Έχετε ουρλιάξει ποτέ από απελπισία;
Α: Δε μου δόθηκε η ευκαιρία.
Γ: Πόσο εκνευριστική καταντά αυτή η αναμονή…
Α: Μα δεν περιμένετε τίποτα.
Γ: Πώς;
Α: Το τρένο σας έχει προ πολλού φύγει. Περίπου δυο ώρες πριν την άφιξή σας εδώ.
Γ: Το ξέρατε. Γιατί δε μ’ ενημερώσατε;
Α: Και σεις το ξέρατε. Δεν είχατε ποτέ σκοπό να ταξιδέψετε. Κι αυτή η βαλίτσα, πάω στοίχημα ότι είναι άδεια.( της την αρπάζει-παλεύουν)
Γ: Αφήστε τη. Δε σας επιτρέπω. Πώς τολμάτε; (στην πάλη, η βαλίτσα ανοίγει και σκορπίζουν στο έδαφος κάμποσες φωτογραφίες). Σας μισώ!
Α: Δεν είναι πρώτη φορά που μου το λέτε.
Γ: Φύγετε μακριά.
Α: Όλη μας η ζωή τυπωμένη σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Είσαι σίγουρη ότι είναι αυτό που πραγματικά επιθυμείς;
Γ: Την τελευταία φορά που έφυγες, δε θυμάμαι να με ρώτησες…
Α: Ποτέ δεν έφυγα. Εσύ δε μπορούσες να με δεις. Πάντα περίμενα καθισμένος σ’ αυτό το παγκάκι το τρένο που αγκομαχώντας θα σ’ έφερνε μέσα στα σωθικά του. Μ’ αυτό το ανατριχιαστικό ρυθμικό μοτίβο. Αυτό που σε παρασύρει σε άγνωστα ταξίδια χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, αλλά και με αποχαιρετισμούς και σμιξίματα που σου προκαλούν ρίγη.
15.
Γ: Δε σε γνώριζα. Η ψευδαίσθηση για το αντίθετο ήταν πολύ ισχυρή. Λυπάμαι τόσο…
Α: Μη λυπάσαι. Μ’ έμαθες απόψε. Σ’ αυτόν τον ερημικό σιδηροδρομικό σταθμό λίγο πριν τα μεσάνυχτα.
Γ: Τι μπορώ να κάνω για ν’ απαλύνω το λυγμό;
Α: ¶σε με να σου χαϊδέψω τις καστανές μπούκλες. Χωρίς να σαλέψεις. Κρατώντας την τελευταία ανάσα βαθειά στο στήθος.
Γ: Κι αν ουρλιάξω;
Α: Μη γίνεσαι το φάντασμα που θα σπάσει την ίδια σου τη σιωπή.
Γ: Κι αν αγγίζοντάς με λυθούν τα μάγια και χαθείς;
Α: Αυτό φοβόσουν λοιπόν μικρή μου;
(Ακούγεται σφύριγμα τρένου)
Γ: Μα νόμιζα ότι είπες…
Α: Δεν είπα τίποτα. Όλα μόνη σου τα φαντάστηκες.
Γ: Δε μπορεί να είναι το τρένο μου. Αυτό έχει προ πολλού φύγει.
Α: Κάνεις λάθος. Κάνει ατέρμονους κύκλους γύρω σου, μέχρι να νιώσεις έτοιμη για το ταξίδι.
Στη θέση 14Α θα σε περιμένει ένα άλικο τριαντάφυλλο.
Δημοσιεύθηκε: Σαβ Σεπ 20, 2008 17:01 Θέμα δημοσίευσης:
16.
3η Πράξη
ΧΏΡΟΣ: Κάπου δίπλα στη θάλασσα
ΠΡΟΣΩΠΑ: Ένας άντρας και μια γυναίκα
ΧΡΟΝΟΣ: Κάποτε στο μέλλον
¶ντρας: Δώσε μου το χέρι σου. Γιατί χαμογελάς;
Γυναίκα: Θυμήθηκα το πρώτο μας ραντεβού, όταν χαμένος μέσα σε μια θάλασσα αμηχανίας, μου έπιασες για πρώτη φορά το χέρι . Θυμήθηκα όμως κι’ αυτό που ένιωσα μετά από αυτή την πρώτη επαφή. Τη γνώση, ότι μετά από μακρόχρονη πορεία στο άγνωστο, είχα φτάσει πολύ κοντά στην Ιθάκη μου.
Α: Ακούγεται γλυκό. Αναρωτήθηκες ποτέ αν σ’ αυτό το επίπονο και θλιβερό ταξίδι, είχες συνοδοιπόρο;
Γ: Δεν αναρωτήθηκα. Ήμουν σίγουρη. Μόνο που αυτή η πορεία ήταν παράλληλη. Σα να εκτελούνταν μέσα σε δύο παράλληλα σύμπαντα.
Α: Όλα τα σύμπαντα ανήκουν όμως σ’ έναν ευρύτερο απέραντο χώρο, όπου όλα είναι πιθανά. Κάποτε οι δρόμοι διασταυρώνονται. Οι ταξιδιώτες κινούνται βιαστικά, πολλές φορές με μάτια κατεβασμένα, μετρώντας τα βήματά τους και είναι τόσο απορροφημένοι από τις σκέψεις τους, που προσπερνούν το συνοδοιπόρο που είναι ταγμένος να τους οδηγήσει στην Ιθάκη τους.
Γ: Κάποια στιγμή όμως τα μάτια σηκώνονται από το έδαφος, η αναγνώριση είναι αναπόφευκτη. Και σ’ εκείνο το σταυροδρόμι της αιώνιας πορείας, ο χρόνος αρχίζει να μετρά αντίστροφα. Όλο το σύμπαν συνηγορεί σ’ αυτό. Τα πάντα είναι πια προβλέψιμα. Είναι σα ν’ ακολουθούν τους κανόνες ενός αρχέτυπου σχεδίου.
17.
Α: Τελικά αυτό που χρειάζεται, είναι ένα νεύμα για ν’ αρχίσεις να διατυπώνεις τις ατελείωτες φιλοσοφικές σου προσεγγίσεις. Το αστείο είναι, ότι με παρασύρεις κι εμένα σ’ αυτό το παιχνίδι…Θα μου δώσεις το χέρι σου;
Γ: Πάντοτε σε χαρακτήριζε μια εξαιρετική λεπτότητα. Πολλές φορές αναρωτήθηκα, πώς θα’νιωθα αν διεκδικούσες πιο χοντροκομμένα αυτό που επιθυμούσες με όλο σου το είναι. Πώς θα’θελα αυτή τη στιγμή να μου άρπαζες το χέρι απαιτητικά, σχεδόν ανάγωγα και να το’φερνες στα χείλη σου.
Α: Παράπονο είναι αυτό;
Γλίγο πειραγμένη)Γιατί όταν εκφράζω μια επιθυμία μου, νομίζεις ότι παραπονιέμαι;
Α: Πικράθηκες μικρό μου; Θυμάμαι πόσο μ’ ενοχλούσε , μέχρι που κατάλαβα, ότι όλο αυτό πήγαζε από μια δική σου ανασφάλεια και μια έντονη ανάγκη τρυφερότητας.
Γ: Πόσο διαφορετικά φαντάζουν όλα, όταν απλά τα θυμάσαι…
Α: Μα γι’ αυτό δεν ήρθαμε άλλωστε; Για να θυμηθούμε;
Γ: Είναι το μυαλό άραγε που θυμάται; Πώς είναι δυνατόν να τα καταφέρνει ακόμη;
Α: Τι σημασία έχει γλυκιά μου; Όλο μας το είναι θυμάται, συγκινείται, συγκλονίζεται.
Γ: Για θυμήσου λοιπόν τι μου είπες με σιγουριά όταν πρωτοσυναντηθήκαμε.
Α: Τότε που κράτησες για λίγα βασανιστικά δευτερόλεπτα , το βλέμμα σου μακριά από το δικό μου;
Γ: Ναι.
Α: Ότι με απέρριψες.
Γ: Και ήσουν τόσο σίγουρος. Μόνο που δε μπορούσες εκείνη τη στιγμή να φανταστείς πόσο φοβισμένη ένιωθα.
Α: Κι εγώ το ίδιο.
18.
Γ: Είναι τα παιχνίδια που παίζει το μυαλό, στην προσπάθειά του να χαλάσει αυτό, που η ψυχή ξέρει πολύ καλά ότι θα συμβεί.
Α: Θυμάσαι την στιγμή της αναγνώρισης;
Γ: Πώς θα γινόταν ποτέ, να ξεχάσω αυτό το άγγιγμα των χεριών, που σφράγισε το ταξίδι της επιστροφής;
Α: Τα πράγματα ήταν πολύ μπερδεμένα. Περπατούσαμε πάνω σ’ ένα τεντωμένο σχοινί. Όλη μας η ζωή, ήταν μια πορεία σε τεντωμένο σχοινί.
Γ: Ποτέ δε δειλιάσαμε όμως. Και το ξέραμε απ’ την αρχή ότι θα’ταν μια δύσκολη πορεία.
Α: Πάντα το ταξίδι στην Ιθάκη είναι δύσκολο. Η προσέγγιση όμως είναι αναπόφευκτη. Κανείς δε θα μπορούσε να την αποτρέψει.
Γ: Θυμάσαι την πρώτη μας εκδρομή;
Α: Τότε που μέσα από τη θάλασσα των ονείρων μας, αναδυόμασταν απόλυτα συγχρονισμένα στην επιφάνεια της πραγματικότητας, απλά και μόνο για να σιγουρευτούμε ότι τίποτα δεν ήταν όνειρο και μέσα απ’ την ανακούφιση που δίνει η σιγουριά, ν’ αποκοιμηθούμε, παραδομένοι σ’ ένα λυτρωτικό σφιχταγκάλιασμα;
Γ: Σου είπα ποτέ πόσο με γοήτευε που ήσουν ποιητής;
Α: Εγώ σου είπα ποτέ, πόσο φοβόμουν μη με θεωρήσεις αλλοπαρμένο;
Γ: Πώς θα μπορούσα να το κάνω αυτό; Ο λόγος σου πάντοτε εξωράιζε απλές καθημερινές στιγμές. Όπως τότε που πέρασα τις πρώτες μου εξετάσεις στη μαγειρική. Μ’έκανες να νιώσω τόσο σπουδαία!
Α: Ο,τι είναι καμωμένο με αγάπη, δε χωράει συγκρίσεις και κριτικές. Πρέπει να το δέχεσαι απλά με αγάπη. Παρ’όλες όμως τις ποιητικές μου προσεγγίσεις, ομολογώ ότι έγλειφα τα δάχτυλά μου.
19.
Γ: Ηρθαν κι άλλες εκδρομές. Με δυσκολία, αλλά ήρθαν.
Α: Πάντοτε φοβόσουν ότι δε θα τα καταφέρναμε.
Γ: Πάντοτε βιαζόμουν. Γι’ αυτό φοβόμουν. Γιατί καταλάβαινα ότι δε θα μπορούσα να νικήσω το χρόνο. Ήθελα να τα προλάβω όλα. Πόσο μ’ εκνεύριζε η τάση σου, να μετατοπίζεις τα πράγματα σε μελλοντικό χρόνο.
Α: Η αιώνια σύγκρουση της λογικής με την παρόρμηση.
Γ: Κι η ανάγκη μου να ζήσω μαζί σου, μ’ έπνιγε σα θηλιά. Ξέραμε κι οι δυο ότι θ’ αργούσε να γίνει. Οι πορείες στο τεντωμένο σχοινί, είναι πάντοτε επισφαλείς. Εγώ ήθελα να τρέξω στο σχοινί κι εσύ μου έδινες μαθήματα ισορροπίας και λογικής.
Α: ¶ξιζε όμως τον κόπο η προσμονή. Και όταν έγινε, απλά διαπιστώσαμε, ότι τίποτε δεν είχε αλλοτριωθεί στην πορεία. Ήταν σα να είχε συμβεί από την πρώτη στιγμή.
Γ: Τά’βαλα πολλές φορές με τον εαυτό μου, που δεν είχα τη δυνατότητα να σου προσφέρω, αυτό που κάθε άντρας επιθυμεί. Τη συνέχειά του στο χρόνο.
Α: Ακόμα δε κατάλαβες, ότι η συνέχεια δεν επιτυγχάνεται μ’ αυτό τον τρόπο; Κάθε φορά που εσύ τά’ βαζες με τον εαυτό σου, εγώ προσπαθούσα να σε κάνω να καταλάβεις, ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είχε σημασία για μένα. Μόνο το ότι ήμασταν μαζί.
Γ: Να ήταν άραγε μια δική μου ανάγκη, μεταφρασμένη σε δική σου επιθυμία;
Α: Όλα είναι πιθανά.
Γ: Ενώ ήξερα ότι ήμασταν φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον, ποτέ δεν ξεριζώθηκε από το μυαλό μου η σκέψη, ότι μπορεί να άλλαζες μονοπάτι κυνηγώντας κάποια χίμαιρα.
Α: Φοβήθηκες ότι θα φύγω;
Γ: Το αγαπημένο σου αστείο. Κι όμως. Κάθε φορά που το ανέφερες, με πονούσε βαθειά. Δεν ξέρω αν φοβόμουν, αλλά
20.
μπήκα αρκετές φορές στη διαδικασία να το σκεφτώ ως ενδεχόμενο.
Α: Τα βρώμικα παιχνίδια του νου.
Γ: Που έσβηναν πάντα σαν πεινασμένα καντήλια, από τη βεβαιότητα που προσφέρει η γνώση.
Α: (κοιτώντας γύρω του) Έχει αλλάξει τόσο αυτό το μέρος. Πάνε τόσα χρόνια από το πρώτο εκείνο βράδυ. Ερήμωσε το τοπίο, ρήμαξε.
Γ: Ο παφλασμός όμως των κυμάτων παραμένει ο ίδιος. Και τα φωτάκια από τα γρι-γρι στην απέναντι όχθη, φαίνεται να έχουν μείνει ακίνητα στο πέρασμα του χρόνου. Σα να μας δείχνουν τα όρια του μονοπατιού. Ένα βήμα και φτάσαμε στην Ιθάκη.
Α: Τώρα δε ντρέπομαι πια να σε φιλήσω, όπως εκείνη την πρώτη φορά…
Γ: Τότε, που με μια παιδική αφέλεια, με διαβεβαίωνες ότι το επόμενο αθώο φιλί στο μάγουλο, θα ήταν και το τελευταίο.
Α: Και συ με την ωριμότητα της γυναίκας, έβαλες τέλος σ’ αυτό το εφηβικό παιχνίδι και μου προσέφερες τα χείλη σου.
Γ: Πόσο σύντομα μεταμορφώθηκες σ’ έναν έμπειρο άντρα και ακούμπησες τα δικά σου χείλη στο λαιμό μου.
Α: Σ’ ένα ατελείωτο φιλί που κράτησε μια ζωή.
Γ: Τώρα φτάσαμε στο τέλος.
Α: Λάθος μικρό μου. Όλα, τώρα αρχίζουν.
Γ: Λένε, ότι όταν φτάνεις σ’ αυτό το σημείο, σημαίνει ότι έχεις διανύσει αυτό το μονοπάτι πολλές φορές.
Α: Καμιά φορά δεν είναι σαν την προηγούμενη. Κάθε πορεία, προσθέτει κι ένα κομματάκι στο παζλ της αναζήτησης.
Γ: Εκτός από την τελευταία.
Α: Ναι. Τώρα πλέον όλα φαντάζουν γνώριμα. Κάθε βήμα πια το χαρακτηρίζει η σιγουριά.
21.
Γ: Η απέναντι όχθη όμως είναι άγνωστη.
Α: Ακόμα κι αυτή την ύστατη στιγμή, επιτρέπεις στο μυαλό να σου παίζει παιχνίδια. Η απέναντι όχθη είναι το σημείο αναφοράς. Το σημείο προέλευσης και προορισμού. Όπως και η Ιθάκη για τον Οδυσσέα.
Γ: Θα μπορέσουμε άραγε να θυμηθούμε;
Α: Μα γι’ αυτό δεν ήρθαμε εδώ; Για να θυμηθούμε; Τα παρελθόντα και τα μέλλοντα. Όλα αυτά που υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν αιώνια στο χρόνο.
Γ: Θα μου κρατάς το χέρι;
Α: Ποτέ δεν έπαψα να στο κρατώ.
Γ: Ωραία λοιπόν. Σ’ακολουθώ.
Δημοσιεύθηκε: Τετ Σεπ 24, 2008 14:17 Θέμα δημοσίευσης:
Μαριλού μου δικο μου ειναι το εργο. Απλα ακόμα είναι στο συρτάρι. Κατά 99 ομως τοις εκατο θα το ανεβασω τον Απριλιο. Σ ευχαριστω για τα καλα σου λογια. Σε φιλω
Δημοσιεύθηκε: Τετ Σεπ 24, 2008 14:21 Θέμα δημοσίευσης:
Μαριλού και τα διηγήματα είναι δικά μου. Κι αυτά ακόμη στο συρτάρι. Όταν μαζευτούν όμως αρκετά θα επιχειρήσω να τα εκδόσω. Για την ακρίβεια είστε το πρώτο μου αναγνωστικό κοινό. Σας ευχαριστώ γι αυτό.
Δημοσιεύθηκε: Πεμ Σεπ 25, 2008 0:24 Θέμα δημοσίευσης: Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΤΡΟΠΣ
heaven36 έγραψε:
Μαριλού και τα διηγήματα είναι δικά μου. Κι αυτά ακόμη στο συρτάρι. Όταν μαζευτούν όμως αρκετά θα επιχειρήσω να τα εκδόσω. Για την ακρίβεια είστε το πρώτο μου αναγνωστικό κοινό. Σας ευχαριστώ γι αυτό.
ΤΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ ΕΧΟΥΝ ΦΩΝΗ Κ ΜΙΛΑΝΕ
ΤΑ ΓΡΑΠΤΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΡΤΑΡΙΑ Κ ΦΥΛΑΝΕ
ΦΥΛΑΝΕ ΤΗΝ ΓΝΩΣΗ Κ ΤΗΝ ΖΩΗ
ΜΙΛΑΝΕ ΠΑΝΤΑ ΑΠ ΤΗΝ ΨΥΧΗ
ΜΙΛΑΝΕ ΓΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Τ ΑΠΛΑ
ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΣΩΠΑ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΠΟΛΛΛΑ
Κ ΕΧΟΥΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΑ ΔΙΚΑ ΣΟΥ ΓΡΑΠΤΑ
ΜΙΛΑΝΕ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ ΣΤΑ ΦΑΝΕΡΑ
ΠΟΣΟ ΜΟΙΑΖΟΥΜΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΚΙ ΟΜΩΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ
ΟΤΑΝ ΦΕΡΝΟΥΜΕ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟ ΠΟΤΙ
ΕΙΤΕ ΡΙΧΜΟΥΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΑΝ ΓΙΟΡΤΗ
ΝΑ ΕΝΩΘΟΥΜΕ ΜΕ ΜΙΑ ΦΥΣΗ ΑΝΤΙΘΕΤΗ
ΠΟΥ ΤΗΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΑΓΚΗ Κ ΕΙΝΑΙ ΦΥΣΙΚΟ
ΟΛΑ ΤΑ ΧΑΔΙΑ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΙ ΜΑΓΙΚΟ
ΚΙ Ο ΘΕΟΣ ΣΟΥ ΦΙΛΗΣΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ
ΕΙΝΑΙ ΩΡΑ ΕΣΥ ΝΑ ΓΡΑΨΗΣ Κ ΓΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑΑ.....
Δημοσιεύθηκε: Πεμ Σεπ 25, 2008 10:06 Θέμα δημοσίευσης: Σου χρωστάω πάντα έναν Παράδεισο....
Σου χρωστάω πάντα έναν Παράδεισο
Σου 'φτιαξα έναν κήπο
να στολίσει τις μέρες σου.
Να 'ρχονται τα πουλιά να χτίζουν τις φωλιές τους.
Να σε καλημερίζουν με δοξαστικά κελαηδίσματα.
Όμως εσένα δε σε γεμίζουν τα ρόδα του.
Δεν σε καλύπτουν οι φυλλωσιές του.
Εσύ έχεις στον νου τον Παράδεισο.
Εγώ σου πρόσφερα τη φωνή μου
για ν' ακούς τα τραγούδια μου.
Κι εσύ ψάχνεις να ανακαλύψεις
τους μυστικούς ρυθμούς που ορίζουν τη σκέψη μου.
Να διαβάσεις τους άγραφους στίχους
που είναι κρυμμένοι στη σιωπή μου.
Μα εγώ σου την έχω εκχωρήσει τη σκέψη μου.
Σε σένα ανήκει η σιωπή μου.
Τι μένει λοιπόν άλλο να σου χαρίσω;
Σου πρόσφερα τη φωνή μου, σου 'δωσα όλη μου την προσήλωση
σου δίνω την ίδια τη ζωή μου ακόμα.
Μα εσύ ζητάς να τη γκρεμίσω αυτή τη ζωή
και να την ξαναχτίσω
απ' την αρχή.
Κι έτσι ξεκινάω πάλι απ' το τίποτα.
Σου φτιάχνω έναν καινούργιο κήπο.
Τον στολίζω με άλλα άγνωστα δέντρα.
Μα εσύ δεν αρκείσαι
σε ό,τι σου προσφέρει το πάθος μου.
Εσύ επιμένεις να ζητάς τον Παράδεισο.
Δεν ξέρεις
πως τον Παράδεισο έχω πάντα στον νου μου.
Πως του Παραδείσου κλέβω τα άνθη, ξεσηκώνω τα δέντρα
πως αντιγράφω με τους στίχους μου τα πουλιά
όταν σου φτιάχνω τον κήπο σου.
Θανάσης Κωσταβάρας
Από τη συλλογή Οι μεταμορφώσεις των κήπων (2003)
Απαγορεύεται η χρήση του περιεχομένου του GrLove.Com, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη. Τα κείμενα που δημοσιεύονται στο GrLove.Com είναι διαθέσιμα μόνο σε RSS / XML μορφή.